0
SHARES

Παραμονή Χριστουγέννων σε ένα ανήλιαγο προάστιο του Δουβλίνου το χιόνι αρχίζει να πέφτει από νωρίς. Οι pub πλημμυρίζουν με θορυβώδεις θαμώνες που ξέρουν από καλό ουίσκι και «κατεβάζουν» το ένα ποτήρι μετά το άλλο. Μεθυσμένους άντρες που δεν σε βλέπουν και πέφτουν με φόρα πάνω σου γεμίζοντας τα καινούργια παπούτσια σου αλκοόλ και που διηγούνται ζαλισμένες ιστορίες για εκείνη τη μία, τυχερή φορά, που κέρδισαν στον τζόγο μία ολόκληρη βάρκα, την πούλησαν και έπαιξαν από την αρχή τα κέρδη στα χαρτιά. Τα έχασαν όλα μέσα σε τρεις μόνο μήνες. Σε αυτό το θολωμένο, κρύο τοπίο τέσσερις άντρες συναντιούνται ξανά για να γιορτάσουν τον ερχομό του θείου βρέφους. Είναι τέσσερις αδρανείς, χαμένες προσωπικότητες που δεν έχουν κοπιάσει πραγματικά για τίποτα στη ζωή τους και που έχουν αποτύχει κυριολεκτικά στα πάντα. Στο σκοτεινό, υπόγειο σπιτάκι του Ρίτσαρντ και του Σάρκι, περιμένοντας τα φετινά Χριστούγεννα, θα ακουστούν τα πιο πικρά αστεία, θα καταναλωθούν τα πιο χορταστικά ποτήρια ουίσκι και θα παιχτεί η πιο ενδιαφέρουσα παρτίδα πόκερ της ζωής τους. Στο σκοτεινό, υπόγειο, σπιτάκι του Ρίτσαρντ και του Σάρκι φέτος τα Χριστούγεννα, εκτός από τους φίλους τους, θα εμφανιστεί ένας καλογυαλισμένος, άγνωστος άντρας για να λειτουργήσει καταλυτικά στις μεταξύ τους σχέση και στην «καθισμένη» τους πραγματικότητα.

Στο σκοτεινό, υπόγειο σπιτάκι του Ρίτσαρντ και του Σάρκι, περιμένοντας τα φετινά Χριστούγεννα, θα ακουστούν τα πιο πικρά αστεία, θα καταναλωθούν τα πιο χορταστικά ποτήρια ουίσκι και θα παιχτεί η πιο επικίνδυνη παρτίδα πόκερ της ζωής τους.

Περιμένοντας στην μεγάλη ουρά για τα εισιτήρια του Φάρου δεν μπορείς παρά να μην αναζητήσεις στα βλέμματα του κόσμου τον πραγματικό λόγο που για ακόμα μία χρόνια ολόκληρη η Αθήνα συρρέει στο θέατρο Αθηνών. Η αναμονή φτάνει μέχρι τον πεζόδρομο της Βουκουρεστίου, το κοινό στριμώχνεται στην είσοδο για να αποφύγει το κρύο, κάποιοι στέκονται στο πεζοδρόμιο χαζεύοντας της φωτογραφίες της παράστασης, πέντε από τους πιο πολυσυζητημένους ηθοποιούς της γενιάς τους (ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, ο Αιμίλιος Χειλάκης, ο Νίκος Ψαρράς και ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος) ποζάρουν προφίλ στον φακό, οι μορφές τους βγαίνουν μέσα από μία κρύα, ιρλανδέζικη θάλασσα, όλοι τους αγνοούν τα κύματα, κοιτώντας προς τον φάρο.

Από την εποχή του Πουπουλένιου και μετά ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης δείχνει να κρατάει στα χέρια του ακριβώς αυτό. Τον τρόπο να ακροβατεί έντεχνα και κατ' εξακολούθηση πάνω στο εν λόγω, λεπτό σκοινί, διαλέγοντας το ένα εμπορικό έργο μετά το άλλο.

Δεν μπορώ να σκεφτώ πολλά πράγματα στο θέατρο που να είναι πιο ακραία προκλητικά από το να καταφέρεις τελικά να ισορροπήσεις ανάμεσα σε εκείνο που εσύ έχεις, ως δημιουργός, στο μυαλό σου και σε εκείνο που τελικά ο κόσμος επιθυμεί να παρακολουθήσει. Η χρυσή τομή, το σημείο στο οποίο το προσωπικό όραμα ενός ηθοποιού συναντά την μαζική αποδοχή του κοινού αποτελεί τον μεγαλύτερο εφιάλτη των περισσότερων καλλιτεχνών αυτού του κόσμου, το στοίχημα απέναντι στο οποίο ακόμα και οι πιο ικανοί, οι πιο χαρισματικοί θεατράνθρωποι μοιάζουν να ζορίζονται, να υπαναχωρούν τελικά προς την μία μεριά ή προς την άλλη. Από την εποχή του Πουπουλένιου και μετά ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης δείχνει να κρατάει στα χέρια του το μυστικό. Τον τρόπο να ακροβατεί έντεχνα και κατ' εξακολούθηση πάνω στο εν λόγω, λεπτό σκοινί, διαλέγοντας το ένα εμπορικό έργο μετά το άλλο. Έργα άγνωστα στο ευρύ κοινό τα οποία, όμως, έχουν κάτι να μας πουν για τη ζωή μας, κάτι που πιθανότατα ακόμα κι εμείς οι ίδιοι δεν ξέραμε ότι θα μας ενδιέφερε να δούμε επί σκηνής. Ιστορίες δυναμικές, γοητευτικές και αφοπλιστικά ρεαλιστικές, ακόμα και στις φάσεις που το πικρό χιούμορ τους ξεχειλίζει από το σανίδι προς τα καθίσματα του θεάτρου. Ακόμα και στις στιγμές που οι ήρωες της παράστασης μοιάζουν να ζουν πραγματικότητες αδιανόητα μακριά από τις δικές μας.

«Μπορεί να έρθει κάνας άνθρωπος στο σπίτι να μην έχουμε κάτι να τους κεράσουμε;» επαναλαμβάνει ξανά και ξανά ο Μαρκουλάκης στο ρόλο του αλκοολικού άντρα που έχασε ξαφνικά την όραση του και ψάχνει στα πάντα μία ακόμα δικαιολογία για να πιει.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με τον Φάρο, το έργο που υπέγραψε το 2006 ο Ιρλανδός θεατρικός συγγραφέας Κόνορ ΜακΦέρσον, την χριστουγεννιάτικη «περιπέτεια» του τυφλού Ρίτσαρντ και του αδελφού του Σάρκι, ο οποίος έχασε πρόσφατα τη δουλειά του ως σοφέρ μίας εύπορης οικογένειας και επέστρεψε στο πατρικό του με κρύα καρδιά, αλλά και των δύο φίλων τους, του φαφλατά Νίκι και του αγαθού Ιβάν. Τέσσερις υπάρξεις σε αδιέξοδο, εγκλωβισμένες στο σκοτάδι, και ενίοτε τον τρόμο, του παγωμένου Δουβλίνου χωρίς να έχουν τίποτα πια να περιμένουν, τίποτα να αποζητούν, τίποτα για να κρατηθούν γερά από πάνω του. Οι ημέρες των γιορτών μοιάζουν να είναι η μοναδική ελπίδα, αλλά και ο μοναδικός λόγος να τους συμβεί κάτι το διαφορετικό, για τον τυφλό Ρίτσαντ τα Χριστούγεννα φαντάζουν σπουδαία υπόθεση. «Μπορεί να έρθει κάνας άνθρωπος στο σπίτι να μην έχουμε κάτι να τους κεράσουμε;» επαναλαμβάνει ξανά και ξανά ο Μαρκουλάκης στον Παπασπηλιόπουλο, στο ρόλο του αλκοολικού άντρα που έχασε ξαφνικά την όραση του και ψάχνει στα πάντα μία ακόμα δικαιολογία για να πιει. Εκείνη τη νύχτα την παρέα αναστατώνει ο ερχομός ενός άντρα που κανείς τους δεν είχε συναντήσει ξανά στη ζωή του. Ή μήπως τον γνωρίζουν καλά αλλά κανείς δεν τον θυμάται;

Η χρυσή τομή, το σημείο στο οποίο το προσωπικό όραμα ενός ηθοποιού συναντά την μαζική αποδοχή του κοινού αποτελεί τον μεγαλύτερο εφιάλτη των περισσότερων καλλιτεχνών αυτού του κόσμου, το στοίχημα απέναντι στο οποίο ακόμα και οι πιο ικανοί, οι πιο χαρισματικοί θεατράνθρωποι μοιάζουν να ζορίζονται.

Πόσα κοινά μπορεί να έχει στην πραγματικότητα, λοιπόν, αυτή η ευφυέστατη θεατρική παραβολή με τις δικές μας ζωές, πόσο κοντά μπορεί να είναι η αλήθεια αυτών των ανθρώπων με την αλήθεια του καθενός από εμάς, όλων όσων βιώνουμε συγκροτημένα τη ζωή, ντυνόμαστε βιαστικά το πρωί για τη δουλειά, φροντίζουμε τα παιδιά μας, αγχωνόμαστε για τους λογαριασμούς του σπιτιού - καμιά φορά περισσότερο απ' όσο χρειάζεται - και κουβαλάμε τις ευθύνες της δικής μας ύπαρξης και όλων όσων αγαπάμε και μας αγαπούν; Η απάντηση είναι, πάρα πολλά. Γιατί δεν έχει υπάρξει σε αυτό τον κόσμο ούτε ένας άνθρωπος που δεν βγήκε έστω για λίγο από την πορεία του, που δεν έσφαλε, που δεν υπήρξε αβέβαιος για τα θέλω, που δεν έκανε λάθη μέσα στα οποία δυσκολεύεται να ζήσει. Δεν έχει υπάρξει ούτε ένας άνθρωπος στο σύμπαν που να μην έχει νιώσει ανήμπορος απέναντι στις προσωπικές του επιλογές, απέναντι σε όλα όσα θα ήθελε να έχει κάνει διαφορετικά, αλλά δεν τα κατάφερε.

Γιατί δεν έχει υπάρξει σε αυτό τον κόσμο ούτε ένας άνθρωπος που δεν βγήκε έστω για λίγο από την πορεία του, που δεν έσφαλε, που δεν υπήρξε αβέβαιος για τα θέλω, που δεν έκανε λάθη μέσα στα οποία δυσκολεύεται να ζήσει.

Κι ας τραγουδάει ο Φρανκ Σινάτρα τόσες δεκαετίες με την αισθαντική φωνή του "I did it my way", υποστηρίζοντας πως κάποιοι έχουν την ικανότητα να μην κοιτούν ποτέ πίσω και να μην μετανιώνουν για τίποτα. Το βάρος των λαθών μας είναι εδώ για να μας υπενθυμίζει πως όλοι θα έχουμε πάντα ανάγκη για μία δεύτερη ευκαρία στη ζωή, τη δουλειά, την οικογένεια των έρωτα και πως ό,τι κι αν κάνουμε, όποιοι κι αν είμαστε δεν θα πάψουμε ποτέ να αναζητούμε την δική μας γωνιά του «ανατέλοντος ηλίου», που θα μας περάσει στο τέλος του δρόμου από το σκοτάδι στο φως. 

Πληροφορίες παράστασης

Ο Φάρος του Κόνορ Μακφέρσον

Θέατρο Αθηνών

Διαρκεια : 120 ' 
Σκηνοθεσία.:Κ. Μαρκουλάκης 
Ερμηνεύουν: Οδ. Παπασπηλιόπουλος, Κ. Μαρκουλάκης, Ν. Ψαρράς, Πρ. Αλειφερόπουλος, Αιμ. Χειλάκης. Σκην.: Αθ. Σμαραγδή. Κοστ.: Μ. Κοντοδήμα. Μουσική.: Μ. Μάτσας.  

 

TAGS