0
SHARES

Φανταστείτε ένα έφηβο κορίτσι, κουρελιασμένο και βρόμικο, ανάμεσα στο πλήθος των προσφύγων σε μια ατελείωτη πορεία προς την ελπίδα -από κάποια φωτογραφία, ίσως, του Γιάννη Μπεχράκη- να ζωντανεύει και να βγαίνει από την εικόνα. Να σας πλησιάζει και να αρχίζει να σας αφηγείται την ιστορία του. Αυτή είναι η εμπειρία της ανάγνωσης του αυτοβιογραφικού βιβλίου «Πεταλούδα» (εκδ. Μεταίχμιο), της κολυμβήτριας και προσφυγοπούλας από τη Συρία, Γιουσρά Μαρντίνι, που μετατρέπει τις στατιστικές και τις εικόνες σε αφηγήσεις, σκέψεις, συναισθήματα.

«Μαθαίνω να κολυμπάω πριν μάθω να περπατάω. Ο μπαμπάς μου, ο Έζατ, που είναι προπονητής κολύμβησης, με βάζει απλώς μέσα στο νερό. Δεν είμαι αρκετά μεγάλη για να φορέσω μπρατσάκια, οπότε κι εκείνος βγάζει την πλαστική σχάρα από το λούκι της υπερχείλισης στην άκρη της πισίνας και με ρίχνει μέσα στο ρηχό νερό που βρίσκεται από κάτω».

Η Γιουσρά μεγαλώνει μαζί με τους γονείς και τις αδερφές της, την πρωτότοκη Σάρα και τη μικρούλα Σαχέντ, στο Σετ Ζέιναμπ, μια πόλη στα νότια της Δαμασκού. Αγαπά την κολύμβηση από μωρό, η καθημερινότητά της είναι γεμάτη από εντατικές προπονήσεις. Όταν βλέπει τον Μάικλ Φελπς στους Ολυμπιακούς του 2004 στην Αθήνα, αποφασίζει να του μοιάσει και να τον ακολουθήσει ως την κορυφή. «Ως τους Ολυμπιακούς. Ως το χρυσό».

«Μαθαίνω να κολυμπάω πριν μάθω να περπατάω. Ο μπαμπάς μου, ο Έζατ, που είναι προπονητής κολύμβησης, με βάζει απλώς μέσα στο νερό».

Στα δεκατέσσερα χρόνια της ξεσπά ο εμφύλιος στη Συρία. Στην αρχή η Γιουσρά έρχεται σε επαφή με τον πόλεμο μέσα από τις συζητήσεις των μεγάλων. Σταδιακά όμως οι κρότοι από τους πυροβολισμούς και τις εκρήξεις γίνονται όλο και πιο κοντινοί. Επιθέσεις αυτοκτονίας, βίαιες εξεγέρσεις, βομβαρδισμοί τη σπρώχνουν στη συνειδητοποίηση ότι «θα μπορούσαμε να σκοτωθούμε μόνο και μόνο επειδή βρεθήκαμε στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή».

Αναγκάζονται να μετακομίσουν οικογενειακώς στη Δαμασκό, αναζητώντας την ασφάλεια. Αφήνουν σχεδόν τα πάντα πίσω τους και δεν τα ξαναβρίσκουν ποτέ. «Αργότερα μαθαίνουμε ότι η πολυκατοικία μας καταστράφηκε εντελώς στις συρράξεις. Χάνουμε τα πάντα. Όλες μας τις παιδικές φωτογραφίες και τα παιχνίδια μας, τα ρούχα που μας έφτιαχνε η μαμά όταν ήμασταν μικρά, τα ενθύμια από τις οικογενειακές διακοπές μας. Οι αναμνήσεις μιας ζωής θαμμένες στα χαλάσματα».

Στα δεκατέσσερα χρόνια της ξεσπά ο εμφύλιος στη Συρία. Στην αρχή η Γιουσρά έρχεται σε επαφή με τον πόλεμο μέσα από τις συζητήσεις των μεγάλων.

Στη Δαμασκό ο πατέρας χάνει τη δουλειά του και αναγκάζεται να μετακομίσει μόνος του στην Ιορδανία. Μητέρα και κόρες αλλάζουν διαρκώς σπίτια, τα οποία γίνονται όλο και πιο δυσεύρετα. Σε κάποια φάση μένουν σε ένα υπόγειο γεμάτο κατσαρίδες. Όταν οι βομβαρδισμοί φτάνουν στη Δαμασκό, φίλοι και γνωστοί της Γιουσρά αρχίζουν να εγκαταλείπουν τη χώρα. Άλλοι, λιγότερο τυχεροί, βρίσκονται ανάμεσα στα θύματα. Ένα βράδυ, ενώ η Γιουσρά προπονείται, ξαφνικά «οι ώμοι μου τινάζονται αυτόματα ως τα αυτιά μου, τη στιγμή που ένας εκκωφαντικός θόρυβος τραντάζει την πισίνα. Για μια στιγμή γίνεται απόλυτη σιωπή. Και ύστερα οι κολυμβητές παίρνουν ξανά μπρος, ουρλιάζοντας και στριγκλίζοντας». Μια βόμβα έχει πέσει μέσα στο κολυμβητήριο, καταστρέφοντας τον χώρο που μέχρι τότε θεωρούσε καταφύγιο.

Ένα βράδυ, ενώ η Γιουσρά προπονείται, ξαφνικά «οι ώμοι μου τινάζονται αυτόματα ως τα αυτιά μου, τη στιγμή που ένας εκκωφαντικός θόρυβος τραντάζει την πισίνα». Μια βόμβα έχει πέσει μέσα στο κολυμβητήριο..

Όλες οι βεβαιότητες κλονίζονται συθέμελα. Η Γιουσρά και η Σάρα αποφασίζουν να ξεκινήσουν για τη Γερμανία. «Για να γλιτώσω από τον θάνατο που πέφτει από τον ουρανό. Για να αποκτήσω ξανά μέλλον». Αναχωρούν με αεροπλάνο για την Ιστανμπούλ. Καθώς το ταξί προς το αεροδρόμιο διασχίζει για τελευταία φορά τη Δαμασκό, η Γιουσρά κοιτάει από το παράθυρο τα σοκάκια, που φλέγονται από τον καυτό ήλιο. «Τα αρχαία τζαμιά, τα μαγαζιά, τα καφέ και την κίνηση με τη φασαρία. Ρουφάω όλες αυτές τις εικόνες που έχω δει ένα εκατομμύρια φορές και προσπαθώ να τις καταγράψω και να τις φυλάξω κάπου μέσα μου για πάντα». Στο αεροδρόμιο αποχαιρετούν τη μαμά και τη Σαχέντ με μια αγκαλιά. Άγνωστο πότε θα τις ξαναδούν.

Οι ταπεινώσεις για τα κορίτσια ξεκινούν «αμέσως μόλις βγαίνουμε από τον εναέριο χώρο της Συρίας. Στη Βηρυτό, εκεί που περιμένουμε την ανταπόκρισή μας για Ιστανμπούλ, δεν βρίσκουμε πουθενά να φάμε ή να καθίσουμε. Καθόμαστε στο πάτωμα, ενώ οι Λιβανέζοι μάς ρίχνουν περιφρονητικά βλέμματα». Από την Ιστανμπούλ είναι πλέον έρμαιες των δουλεμπόρων, που μέσα σε ένα λεωφορείο με κλειστές τις κουρτίνες, τις μεταφέρουν, για μια μικρή περιουσία ανά κεφάλι, στη Σμύρνη, όπου «το Αιγαίο Πέλαγος στραφταλίζει απειλητικά. Πέρα μακριά ξεπροβάλλουν μέσα από τη θάλασσα οι θολές σιλουέτες των πράσινων και καφέ λόφων. Το νησί. Η Ελλάδα. Η Ευρώπη».

Στα παράλια της Τουρκίας ένα απόγευμα, μετά από αναμονή ημερών, στριμώχνονται μαζί με άλλους πρόσφυγες σε μια βαρκούλα και σύντομα βρίσκονται στα ανοιχτά αντιμέτωποι με μεγάλα και σκοτεινά κύματα.

Στα παράλια της Τουρκίας ένα απόγευμα, μετά από αναμονή ημερών, στριμώχνονται μαζί με άλλους πρόσφυγες σε μια βαρκούλα και σύντομα βρίσκονται στα ανοιχτά αντιμέτωποι με μεγάλα και σκοτεινά κύματα. «Η βάρκα συγκρούεται με το πρώτο κατά μέτωπο, σκαρφαλώνει ως την κορυφή του και ύστερα σκάει στο χαμηλότερο σημείο της επιφάνειας. Βρίσκομαι μουσκεμένη πίσω από ένα τείχος κρύου αλατισμένου νερού».Ο άνεμος φυσάει μανιασμένα, κάποιοι αρχίζουν να προσεύχονται. Ύστερα από δεκαπέντε λεπτά, η μηχανή σταματάει να λειτουργεί και η πλώρη της βάρκας χαμηλώνει μέσα στο νερό. Πανικόβλητοι, οι επιβάτες αρχίζουν να πετούν στη θάλασσα ό,τι μπορούν, για να ελαφρύνει το σκάφος. Όταν συνειδητοποιούν ότι αυτό δεν αρκεί, η Σάρα και η Γιουσρά πέφτουν μέσα στο νερό.

Από την Ιστανμπούλ είναι πλέον έρμαιες των δουλεμπόρων, που μέσα σε ένα λεωφορείο με κλειστές τις κουρτίνες, τις μεταφέρουν, για μια μικρή περιουσία ανά κεφάλι, στη Σμύρνη, όπου «το Αιγαίο Πέλαγος στραφταλίζει απειλητικά».

Η Γιουσρά γραπώνει τη βάρκα με τα δάχτυλα, η οποία επιπλέει καλύτερα απαλλαγμένη από το βάρος τους, αλλά είναι ένα τίποτα χωρίς τη μηχανή. Κάθε κύμα παρασέρνει το σκάφος σαν παιχνιδάκι. «Χτυπάμε πόδια, σπρώχνουμε και τραβάμε, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Μέσα σε τέτοια κύματα είναι αδύνατον να μετακινήσουμε τη βάρκα μόνο με το κολύμπι μας». Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να παραμείνουν στο νερό.

«Ρίχνομαι στη μάχη με τα κύματα. Σε κάθε κορυφή μια ριπή θαλασσινού νερού χτυπάει το κεφάλι μου επάνω στη βάρκα. Το αλμυρό νερό χώνεται στα μάτια, στη μύτη και στο στόμα μου. Σε κάθε βύθισμα, το τζιν μου μουλιάζει και με τραβάει προς τα κάτω, ενώ το σωσίβιο ανεβαίνει ως τα αυτιά μου και το τραχύ υλικό του μου γδέρνει τον σβέρκο».

«Ρίχνομαι στη μάχη με τα κύματα. Σε κάθε κορυφή μια ριπή θαλασσινού νερού χτυπάει το κεφάλι μου επάνω στη βάρκα».

Οι ώρες περνούν, η μηχανή παραμένει νεκρή και η τελευταία αχτίδα ήλιου χάνεται πίσω από το νησί, που παραμένει απελπιστικά μακρινό. Η Γιουσρά δεν μπορεί να καταπνίγει άλλο τη φοβερή φωνή μέσα στο κεφάλι της. «Το μέρος αυτό είναι νεκροταφείο», της λέει. «Σκέψου όλους αυτούς τους ανθρώπους που έχουν πνιγεί εδώ, πόσο σου έμοιαζαν. Νέοι, γέροι, μητέρες με τα μωρά τους, χιλιάδες ζωές χαμένες κάτω από τα κύματα. [...] Κάνε να τελειώσει! Φωνάζω στη φωνή μέσα στο κεφάλι μου. Ή να πνιγούμε ή να φτάσουμε. Κάτι πρέπει να γίνει. Αναριγώ. Οι μύες μου πονάνε από το αφόρητο κρύο, το στομάχι μου σφίγγεται από το θαλασσινό νερό που έχω καταπιεί. Τα δάκρυα θολώνουν τα μάτια μου. Πέντε λεπτά ακόμα και θα πάρει μπρος η μηχανή. Κοίτα μόνο να επιβιώσεις, να μείνεις ζωντανή για πέντε λεπτά ακόμα. Κατέβασε τον διακόπτη του μυαλού σου και άφησε το σώμα σου να δουλέψει».

Ξαφνικά γίνεται το θαύμα και η μηχανή ζωντανεύει μ' ένα τίναγμα. Μέσα στη νύχτα φτάνουν στο νησί, τη Λέσβο, όπου αμέσως γνωρίζουν την ανθρώπινη απανθρωπιά και καλοσύνη. Δύο άντρες αρνούνται να τους δώσουν νερό για να ξεδιψάσουν, αλλά σε μια ταβέρνα, τη «Ρεματιά», μια γυναίκα τούς μοιράζει γαβάθες με ψωμί, ελιές και τηγανιτές πατάτες και μετά τους στέλνει χορτάτους να κοιμηθούν μέσα σε μια ανοιχτή εκκλησία.

«Αργότερα μαθαίνουμε ότι η πολυκατοικία μας καταστράφηκε εντελώς στις συρράξεις. Χάνουμε τα πάντα. Οι αναμνήσεις μιας ζωής θαμμένες στα χαλάσματα».

Όμως η Γιουσρά και η αδερφή τους έχουν δρόμο ακόμα. Στη Μυτιλήνη βρίσκονται για λίγο σε καταυλισμό προσφύγων, περιμένοντας να επιβιβαστούν σε ένα από τα πλοία. Στην ηπειρωτική Ελλάδα περπατούν μέχρι τα Σκόπια. Στα σύνορα Σερβίας-Ουγγαρίας τρέχουν, να κρυφτούν μέσα στα δέντρα από τους προβολείς ενός ελικοπτέρου που ψάχνει να ξετρυπώσει πρόσφυγες. Δίνουν σε δουλεμπόρους από χίλια ευρώ η καθεμία, για να τις μεταφέρουν με αμάξι μέχρι τη Βουδαπέστη. Στη Βουδαπέστη δραπετεύουν, ενστικτωδώς, από ένα ξενοδοχείο όπου όπως μαθαίνουν αργότερα, οι δουλέμποροι χρεώνουν τους πρόσφυγες μια περιουσία κρατώντας τους αιχμαλώτους, να περιμένουν αιωνίως τα αυτοκίνητα που θα τους πήγαιναν στη Γερμανία. Τελικά, μαζί με εκατό άλλους ανθρώπους, στοιβάζονται σε ένα λεωφορείο που κανονικά χωρά καμιά σαρανταριά επιβάτες και περνούν στην Αυστρία. Από εκεί η διαδρομή μέχρι το Βερολίνο, με τρένο, είναι χωρίς απρόοπτα.

Στο Βερολίνο «μου παίρνει χρόνο να συνειδητοποιήσω ότι στ' αλήθεια τελείωσαν όλα. Ότι είμαι ασφαλής. Ότι δεν υπάρχει πια κίνδυνος να πέσει καμιά βόμβα στον δρόμο ή να μας διαλύσει τη σκεπή. Ότι δεν χρειάζεται να κρύβομαι από την αστυνομία, να κοιμάμαι στον δρόμο, ανάμεσα στους ξένους, ή να τα βάζω με εγκληματικές συμμορίες για να μπορέσω να περάσω τα σύνορα κρυφά. Καθώς όμως η αίσθηση του επείγοντος υποχωρεί, αρχίζω να συνειδητοποιώ το τίμημα της καινούργιας μου ασφάλειας. Έχω χάσει το σπίτι, την πατρίδα, την κουλτούρα, τους φίλους μου, τη ζωή μου. Πρέπει να βρω έναν σκοπό στη ζωή μου. Πρέπει να βρω τρόπο να επιστρέψω στο νερό».

«Αρχίζω να συνειδητοποιώ το τίμημα της καινούργιας μου ασφάλειας. Έχω χάσει το σπίτι, την πατρίδα, την κουλτούρα, τους φίλους μου, τη ζωή μου».

Στο νερό η Γιουσρά δεν βρίσκει μόνο έναν σκοπό αλλά και καινούριους φίλους. Στο κολυμβητήριο όπου ξεκινάει ξανά προπόνηση, οι Γερμανοί γυμναστές, ο Σβεν και η Ρένι, εξασφαλίζουν στη Γιουσρά και την αδερφή της στέγη μέσα στις αθλητικές εγκαταστάσεις. Και όχι μόνο αυτό: τις βγάζουν για φαγητό όταν δεν έχουν χρήματα, τις βοηθούν με τη γραφειοκρατία της εξασφάλισης ασύλου, τις καθοδηγούν σε ό,τι χρειάζονται στο αχανές και άγνωστο Βερολίνο.

Με σκληρή προπόνηση η Γιουσρά αρχίζει να ξανακερδίζει έδαφος στην κολύμβηση. Όταν η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή σχεδιάζει να στείλει μια ομάδα προσφύγων στους Ολυμπιακούς του Ρίο το 2016, ο Σβεν προτείνει τη Γιουσρά. Στο μεταξύ η υπόλοιπη οικογένεια καταφέρνει να ταξιδέψει μέχρι τη Γερμανία. Η Γιουσρά και η Σάρα ξανασυναντούν, μετά από πολλούς μήνες, τη μητέρα, τον πατέρα τους και τη μικρούλα Σαχέντ.

Στο Βερολίνο, με σκληρή προπόνηση η Γιουσρά αρχίζει να ξανακερδίζει έδαφος στην κολύμβηση. Όταν η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή σχεδιάζει να στείλει μια ομάδα προσφύγων στους Ολυμπιακούς του Ρίο το 2016, ο προπονητής της, Σβεν, προτείνει εκείνη.

Και ενώ η ζωή ανακτά την κανονικότητά της, η Γιουσρά γίνεται δεκτή στην ολυμπιακή ομάδα των προσφύγων. Το παιδικό της όνειρο, να κολυμπήσει πλάι στον Φελπς, θα υλοποιηθεί, αν και το όραμά της έχει αλλάξει. Προτεραιότητά της δεν είναι πλέον το χρυσό μετάλλιο, αλλά να πει την ιστορία της. Να δώσει φωνή στους «εξήντα εκατομμύρια ανθρώπους που έχουν αναγκαστεί να αφήσουν την πατρίδα τους σε όλο τον κόσμο. Έχω ένα μήνυμα να διαδώσω: ότι το να είναι κανείς πρόσφυγας δεν είναι επιλογή».

Την ημέρα του αγώνα στους Ολυμπιακούς του Ρίο, ένας εκφωνητής διαβάζει δυνατά τα ονόματα των αθλητών: «”Γιουσρά Μαρντίνι, Ολυμπιακή Ομάδα Προσφύγων”.

»Πολύ αργά και σταδιακά, το χειροκρότημα από τους θεατές δυναμώνει. Καθώς οι επευφημίες αυξάνονται, το άγχος μου χτυπάει κόκκινο ξαφνικά. [...] Ο χρόνος τρέχει. Ανεβαίνω στον βατήρα που βρίσκεται μπροστά μου. Το μυαλό μου είναι κενό. Το μόνο που βλέπω είναι το νερό που απλώνεται μπροστά μου. Το μόνο που ακούω είναι ο σφυγμός μου, που χτυπάει ρυθμικά. Οι ήχοι της πισίνας επιβραδύνονται στον ρυθμό της καρδιάς μου.

»Έτοιμες.

»Σφίγγω τους μυς και γέρνω ελαφρά πίσω.

»Μπιπ.

»Βουτάω μέσα στο νερό που στραφταλίζει».

Μετά τους Ολυμπιακούς, η Γιουσρά ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη για να μιλήσει στη Σύνοδο Κορυφής της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες. Εκεί παρουσίασε τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος τη χαρακτήρισε «φωτεινό παράδειγμα για τους νέους όλου του κόσμου». Το ίδιο βράδυ γνώρισε και τη βασίλισσα Ράνια της Ιορδανίας, η οποία την πρότεινε για να μπει στη λίστα του περιοδικού People με τις 25 Γυναίκες που Αλλάζουν τον Κόσμο.

Η βασίλισσα Ράνια της Ιορδανίας πρότεινε τη Γιουσρά για να μπει στη λίστα του περιοδικού People με τις 25 Γυναίκες που Αλλάζουν τον Κόσμο.

Τον Απρίλιο του 2017 έγινε Πρέσβειρα Καλής Θέλησης της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες. Σήμερα η Γιουσρά συνεχίζει να προπονείται σκληρά στην κολύμβηση και έχει βάλει στόχο τους Ολυμπιακούς του Τόκιο του 2020. Στο μεταξύ δίνει ομιλίες σε όλο τον κόσμο. Και παρόλο που η δική της περιπέτεια έχει τελειώσει, «καθώς διαβάζετε αυτές τις γραμμές άλλοι νέοι άνθρωποι επιχειρούν να διασχίσουν τα σύνορα με κίνδυνο τη ζωή τους, μπαίνουν σε παραφορτωμένες, κακοφτιαγμένες βάρκες ή βρίσκονται έγκλειστοι και κάποιος τους πετάει φαγητό κατάλληλο μόνο για ζώα. Είναι κι εκείνοι, όπως κι εγώ, κανονικά παιδιά με κανονικές ζωές, μέχρι που ο πόλεμος διέλυσε τις ζωές τους. Όπως κι εγώ, έτσι κι εκείνοι αναζητούν ένα μέλλον στο οποίο ο ουρανός δεν θα ξερνάει θάνατο».

Το νέο, αυτοβιογραφικό βιβλίο «Πεταλούδα» της Yusra Mardini κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Info

Τα στοιχεία προέρχονται από το βιβλίο «Πεταλούδα» της Yusra Mardini, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Οι φωτογραφίες είναι από την προσωπική της ιστοσελίδα, www.yusra-mardini.com. Το 2017 η εταιρεία παραγωγής Working Title Films, που υπογράφει πολυβραβευμένες ταινίες όπως οι «Άθλιοι» και το «Φάργκο», εξασφάλισε τα δικαιώματα να μεταφέρει τη ζωή της στη μεγάλη οθόνη.

Ακολουθήστε το WomanToc στο Instagram.

TAGS