0
SHARES

Η ζωή στα νοσοκομεία έχει μία έξτρα δόση παραίσθησης. Το απρόοπτο, αυτό που διακόπτει την κανονικότητα, άλλοτε ευχάριστα, άλλοτε δυσάρεστα, καιροφυλακτεί. Μια τέτοια αιφνιδιαστική σύγκρουση συνέβη εκείνη την ημέρα. Πάντα οι αιφνιδιαστικές συγκρούσεις είναι εκτός θέματος και εκτός τόπου.

Κάθομαι στο πεζούλι του προαυλίου χώρου, ανάμεσα στις κιτρινισμένες, στριμωγμένες πολυκατοικίες, χωμένες, με βιασύνη, σαν να θέλουν να κρυφτούν, πίσω από την απρόσωπη Μιχαλακοπούλου και περιμένω τα καλά νέα. Η θεία μεγάλη σε ηλικία, αλλά ευτυχώς δυνατή.

«Έχεις παιδιά» ακούω μια φωνή πίσω μου. Αρχικά παρανόησα γιατί τονίστηκε παραπάνω το γιώτα και νόμιζα ότι με ρωτούν εάν έχω παιδεία.

Γυρίζω το βλέμμα προς τον πομπό της ερώτησης και βλέπω δύο γυναίκες, οι οποίες είχαν μικρή διαφορά ηλικίας, αλλά ήταν σίγουρα μητέρα και κόρη. Η φυλή τους ήταν το κυρίαρχο χαρακτηριστικό τους. Μετά έρχονταν τα μαύρα μαλλιά, τα λευκά δόντια, οι κλάρες στις φανταχτερές φούστες, τα χρυσάφια σε όλα τα δάχτυλα, στα αυτιά και τον λαιμό. «Όχι» απαντάω. «Καλύτερα» άδουν εν χορώ και η μικρότερη βγαίνει μπροστά: «Ξέρεις πόσα προβλήματα έχουν τα παιδιά; Ρώτα κι εμάς που έχουμε πολλά. Αυτό λέγαμε τώρα. Ότι η μικρή μας, η Μαρία, είναι πολύ δύσκολο παιδί. Σκληρό. Σαν αγόρι. Δεν την κάνεις καλά. Ό,τι θέλει αυτή... δεν ακούει κανέναν».

Προσπαθώ να ακολουθήσω τον ρυθμό της απρόσμενης κουβέντας, στην οποία δεν έχω την παραμικρή επιθυμία να λάβω μέρος. «Αλήθεια; Ζόρικη η Μαρία. Πόσο χρονών είναι;» ρωτάω δείχνοντας ένα κάποιο προσποιητό ενδιαφέρον και ελπίζοντας ότι θα πάρει ένα τέλος αυτή η εισβολή από το πουθενά. «Να» με προλαβαίνει φυσώντας τον καπνό από το τσιγάρο της και αρχίζει να μου δείχνει ένα μικρό κοριτσάκι, στην οθόνη του κινητού της. «Αυτή είναι η Μαρία, βλέπεις βλέμμα; Πονηρή».

Ξαφνικά, μετά την περιφορά της θαυματουργής εικόνας της μικρής Μαρίας, ακολούθησε μια ακόμα πιο σουρεάλ κουβέντα, η οποία ξεκίνησε από τις καλοκαιρινές διακοπές τους στην Αίγινα, όπου «μία δικιά μας τραγουδίστρια έχει σπίτι εκεί και μας το δίνει» όπως πληροφορήθηκα, πέρασε στον ορισμό του «δικιά μας» και στην κάθετη διαφοροποίησή της από τους άλλους: «Δεν είμαστε γύφτοι, είμαστε τσιγγάνοι. Έχουμε σπίτια, αυτοκίνητα, τα παιδιά μας πηγαίνουν σχολείο, ο αδερφός της Μαρίας θέλει να γίνει μουσικός».

Αλήθεια είναι, οι τσιγγάνοι έχουν αναμφισβήτητη κλήση στη μουσική και από αυτούς έχει προέλθει, επίσης, η λέξη «μποέμ». Οι Γάλλοι ονόμαζαν bohèmes τους τσιγγάνους, δηλαδή Βοημούς, επειδή όταν τους πρωτοείδαν, στις αρχές του 15ου αιώνα, θεώρησαν ότι έρχονταν από τη Βοημία, την Τσεχία. Σιγά-σιγά, η λέξη πήρε τη σημασία του ανθρώπου που ζει έξω από κανόνες, κυρίως του περιφερόμενου και φτωχού καλλιτέχνη ή ποιητή. Τα σκέφτομαι αυτά, αλλά δεν τα λέω στο δίδυμο της μαμάς και κόρης, το οποίο διεκδικεί την καταγωγή του από την Ινδία και απαρνείται την Αίγυπτο.

Με τον ίδιο ξαφνικό τρόπο που ο σουρεαλισμός μπούκαρε στο κάδρο, έτσι και βγήκε. Η επόμενη πράξη του έργου ήταν βασισμένη σε μια σκληρή αλήθεια. «Πολλές δικές σας έχουν πάρει δικά μας παιδιά. Γιατί δεν το σκέφτεσαι κι εσύ; Ξανθά θα σου δώσουμε, αμερικανάκια, όχι μαύρα. Να, κοίτα εδώ; Αυτή η ξανθούλα ξέρεις τι καλό κορίτσι είναι;» μου λέει η κόρη εμφανίζοντας ξανά τη φωτογραφία ενός μεγαλύτερου παιδιού, τώρα, γύρω στα έξι. Η μαμά της κουνάει το κεφάλι και γελάει δυνατά. Συμφωνεί.

Αποφεύγω να σοκαριστώ και ρωτάω «πώς γίνεται, δηλαδή, αυτό; Άντε, έτσι, πήρα το παιδί;».

-Ένας δικηγόρος χρειάζεται. μόνο.

-Και χρήματα, ε; Δεν χρειάζονται και κάποια χρήματα;

-Ε, σιγά... Τρία χιλιάρικα. Και κανένα δώρο για τα αδέρφια του.

-Και καλά, αυτή η μάνα που το γέννησε δεν το πονάει; Δε θα της λείψει;

-Έχει κι άλλα παιδιά αυτή, τι να τα κάνει; Καλύτερα θα περάσει με σένα το παιδί.

Προς στιγμήν ξυπνάει μέσα μου το δημοσιογραφικό ένστικτο και θέλω να το φτάσω μέχρι τέλους. Να πω, και καλά, ότι ενδιαφέρομαι και να βγάλω ρεπορτάζ, μάχιμο, από την πρώτην γραμμή του πυρός. Μετά θυμάμαι ότι είμαι μια βεριτάμπλ λαϊφσταϊλού και μαζεύομαι. Αυτό το μπλέξιμο δεν είναι για τα σπαθιά μου.

Αναρωτιέμαι γιατί ανοίχτηκαν χωρίς να με ξέρουν. Γιατί δε ρώτησαν τι δουλειά κάνω. Πως κατάλαβαν ότι είναι safe; Πόσο απεγνωσμένη είναι η λαχτάρα κάποιων γυναικών να αποκτήσουν ένα παιδί που θα έπαιζαν, χωρίς να ενοχληθούν, το εκχυδαϊσμένο αυτό παιχνίδι; Πόσο δύσκολο, χρονοβόρο και εξοντωτικό είναι να υιοθετήσεις ένα μωρό με νόμιμες διαδικασίες, στην Ελλάδα του 2018; Πόσο παράλλογο και προσβλητικό είναι το όλο θέμα; 

Αλλά, από την άλλη, τι τους στοιχίζει να τα αρνηθούν όλα; Να με βγάλουν τρελή, εάν χρειαστεί. Οι δύο κοτσίδες του μποξέρ που έχω στα μαλλιά μου, πάλι, δεν υπόσχονται ευθεία αναλογία με κάποιο κέντρο εξουσίας. Πιο πολύ προς την παραβατικότητα παραπέμπουν. Κάτι λένε στα ντόρτικα, τη δική τους γλώσσα και περιμένουν νεύμα μου. Αντί για αυτό, σηκώνομαι, τινάζω τα νώτα μου από την τσιμεντίλα του πεζουλιού, λέω «σας ευχαριστώ, αν χρειαστώ κάτι θα σας έχω υπόψη μου» λες και απευθυνόμουν σε κάποια ιατρική αυθεντία που μόλις μου έδωσε την κάρτα της και φεύγω.

Την άλλη μέρα, σε μία κουβέντα με τον σύντροφό μου, ακούγεται η τελευταία φράση του μπεκετικού αυτού μονόπρακτου ανθρώπινης συνύπαρξης: «Πόσο κρίμα. Σε λίγο τα παιδιά θα τα πουλάνε μαζί με τα λεμόνια στη λαϊκή». 

 

TAGS