0
SHARES

Η Γεωργία είναι αυτό που λέμε «κορίτσι από σπίτι». Οι γονείς της (δασκάλα η μητέρα, γιατρός ο πατέρας) προσπάθησαν να της δώσουν όλα όσα θεωρούσαν πως θα της εξασφάλιζαν μια ισορροπημένη ζωή: γαλλικά, πιάνο, πανεπιστημιακή μόρφωση… Όλα ή σχεδόν όλα, γιατί όπως αποκαλύπτει η ίδια, της στέρησαν το πιο σημαντικό: το δικαίωμα στη σεξουαλική χαρά.

«Για τους γονείς μου, το σεξ ήταν αμαρτία. Βαθιά θρησκευόμενοι άνθρωποι και οι δύο –ή, καλύτερα, θρησκόληπτοι- καταδίκαζαν με κάθε ευκαιρία το προγαμιαίο σεξ. Θεωρούσαν πως είναι αναγκαίο κακό, που αποσκοπούσε μόνο στη διαιώνιση του είδους. Τώρα όμως που κοιτάζω πίσω και τα βλέπω πιο καθαρά, είμαι πια σίγουρη πως δεν θεωρούσαν το σεξ αμαρτία, αλλά την ίδια την αγάπη».

»Όχι, όχι, δεν είναι αντιφατικό αυτό που λέω. Και τι που ήταν θεοσεβούμενοι; Την αγάπη την αντιλαμβάνονταν μόνο ως λατρεία προς το Θεό. Ή ως φιλανθρωπία προς τον αδύναμο. Δεν ήταν κακοί άνθρωποι. Ήταν παγωμένοι άνθρωποι, ακόμη και απέναντί μου. Μην ξεχνάμε πως παντρεύτηκαν σε μεγάλη ηλικία, από συνοικέσιο. Αυτό λέει πολλά από μόνο του… Ποτέ δεν θυμάμαι να αγκαλιαστήκαμε μεταξύ μας ζεστά, να ανταλλάξαμε φιλιά ή χάδια. Δεν μαλώναμε, αλλά ούτε αγαπιόμαστε. Άργησα για να το καταλάβω», μου εξομολογείται η Γεωργία χωρίς να βουρκώνει ή να κομπιάζει, όπως θα περίμενε κανείς. Μετά το θάνατο των γονιών της, πριν ενάμισι χρόνο, η Γεωργία επισκέπτεται ψυχολόγο, προσπαθώντας να δώσει ένα τέλος στα «πώς» και τα «γιατί» που τη βασανίζουν. Προσπαθώντας ίσως να ξετινάξει από πάνω της τη βαριά σκιά των γονιών της.

Για μένα το ενδεχόμενο να με ακουμπήσει έστω ένας άντρας με γεμίζει τρόμο. Με είχαν πείσει πως οι άντρες θέλουν μόνο να σε εκμεταλλευτούν, να σε χρησιμοποιήσουν ως αντικείμενο και μετά να σε πετάξουν

«Προσπαθώ να τους συγχωρήσω για τη ζωή που μου έκλεψαν» λέει εκείνη κι εγώ προσπαθώ να καταλάβω. Πώς γίνεται μια κοπέλα μορφωμένη, με αξιόλογη δουλειά και οικονομικά ανεξάρτητη να μην κατάφερε ποτέ να κόψει τον ομφάλιο λώρο και τα βαριά δεσμά που της είχαν επιβάλλει; Πώς είναι δυνατόν αυτά τα δεσμά να είναι τόσο ισχυρά, που να στραγγαλίζουν την ερωτική σου διάθεση, να αναχαιτίζουν τις ερωτικές σου ορμές, να σε καταδικάζουν σε ισόβια αποχή όχι μόνο από το σεξ αλλά και από τον έρωτα;

«Δύσκολο να το καταλάβεις. Δεν είναι όλα αυτονόητα και δεδομένα σε αυτήν τη ζωή. Για σένα, που είχες διαφορετικούς γονείς και βιώματα, είναι αυτονόητο το δικαίωμα στη χαρά. Εγώ δεν το βλέπω καν ως δικαίωμα. Για μένα το ενδεχόμενο να με ακουμπήσει έστω ένας άντρας με γεμίζει τρόμο. Με είχαν πείσει πως οι άντρες θέλουν μόνο να σε εκμεταλλευτούν, να σε χρησιμοποιήσουν ως αντικείμενο και μετά να σε πετάξουν».

Και οι φίλες; Τι έκαναν; Δεν μπόρεσε καμία να της αλλάξει γνώμη; Τα κορίτσια στην εφηβεία τα συζητούν όλα αυτά μεταξύ τους. Γελάει. «Ποιες φίλες; Νομίζεις ότι έτσι όπως ήμουν, με τα γυαλιά μυωπίας και τις άχαρες φούστες μέχρι τον αστράγαλο, σχολείο-σπίτι, σπίτι-σχολείο, πως με πλησίαζε καμία; Και όποτε προσπαθούσα να κάνω εγώ την αρχή, με κορόιδευαν. Ήμουν το “ούφο”, η “φυτούκλα” της τάξης. Πίσω από την πλάτη μου, έλεγαν “το καθυστερημένο”».

Είναι ίσως η μόνη στιγμή που η Γεωργία φαίνεται να λυγίζει. Την παρατηρώ καλύτερα. Η αλήθεια είναι πως την ξέρω εδώ και λίγους μήνες μόνο. Σεμνή, χαμηλών τόνων, όχι απεριποίητη αλλά ούτε και υπόδειγμα στυλ. Είναι από εκείνες τις γυναίκες που περνούν δίπλα σου απαρατήρητες, που κάθονται δίπλα σου σε μια μεγάλη παρέα και μιλάνε ελάχιστα, χαμογελούν τυπικά και γενικώς κάνουν ότι μπορούν για να μη βγουν στο φως. Από εκείνες τις γυναίκες που έχουν μάθει να ζουν στη σιωπή και στη σκιά.

«Φυσικά και οι γονείς μου προσπάθησαν κανά δυο φορές να με παντρέψουν με τον τρόπο που θεωρούσαν οι ίδιοι πρέποντα: με συνοικέσιο, αλλά δε βαριέσαι».

Ήθελα όμως έναν άντρα δίπλα μου, γιατί λαχταρούσα κάποιον να με πάρει αγκαλιά, να μου κρατήσει το χέρι, όπως έβλεπα τα ζευγαράκια γύρω μου και στις ταινίες.

«Τι έγινε;» τη ρωτάω, «δεν ήθελες εσύ;». Χαμογελάει με παράπονο, σωπαίνει, πίνει μια γουλιά από τη σοκολάτα της και μου λέει: «Ήθελα, πώς δεν ήθελα. Όχι τόσο γιατί μου έλειπε το σεξ. Άλλωστε πώς να σου λείψει κάτι που δεν ξέρεις πώς είναι; Και ακόμη χειρότερα, κάτι που σου φέρνει τρόμο; Ήθελα όμως έναν άντρα δίπλα μου, γιατί λαχταρούσα κάποιον να με πάρει αγκαλιά, να μου κρατήσει το χέρι, όπως έβλεπα τα ζευγαράκια γύρω μου και στις ταινίες. Όλα τα χρόνια πήγαινα διακοπές με τους γονείς μου. Δεν θα ξεχάσω πόσο έκλαψα κρυφά όταν πήγαμε μαζί στη Σαντορίνη. Όλοι αγκαλιασμένοι γύρω μου κι εγώ να βλέπω κάθε απόγευμα το ηλιοβασίλεμα πίνοντας πορτοκαλάδα με τους γονείς μου. Ήταν τόσο θλιβερό – και σαν θέαμα ακόμη».

Τι έγινε λοιπόν; Δεν την ήθελαν οι υποψήφιοι γαμπροί, τολμώ να τη ρωτήσω. «Ναι, στην πραγματικότητα, ναι. Δεν με ήθελαν. Κι ας ήταν κι οι ίδιοι προβληματικοί. Γιατί αν δεν ήταν, δεν θα έτρεχαν να βρουν νύφη μέσω συνοικεσίου. Αυτά τώρα τα μαθαίνω, στην ψυχοθεραπεία. Ακόμη κι αυτοί, που λες, δεν ήθελαν μια γυναίκα τόσο φοβισμένη, τόσο αποκομμένη από τον κόσμο και τη σεξουαλικότητά της όσο εγώ. Ε, από ένα σημείο και μετά το πήρα απόφαση ότι θα μείνω μόνη».

Είναι δύσκολο να βρεις μια παρηγορητική κουβέντα για τη Γεωργία, κι ακόμη πιο δύσκολο να προσποιηθείς ότι μπαίνεις έστω για λίγο στη θέση της και την καταλαβαίνεις. Απλώς κουνάς το κεφάλι συγκαταβατικά προσπαθώντας να κρύψεις όσο γίνεται την αμηχανία ή, μάλλον, το αίσθημα λύπησης που σου γεννά. Τι άλλο να νιώσεις για μια γυναίκα που σου εξομολογείται ότι της έκλεψαν τη ζωή; Τη ρωτάω πώς βλέπει από εδώ και πέρα το μέλλον της. Όντως, το έχει πάρει απόφαση ότι θα μείνει μόνη ή κρυφά μέσα της ελπίζει ότι κάποτε -έστω και αργά- θα βρει τον άντρα που ονειρεύτηκε κάποτε στη Σαντορίνη να της κρατά το χέρι;

«Ναι, καμιά φορά, πριν κοιμηθώ, ονειρεύομαι το χέρι που λες. Στην πράξη όμως, στην καθημερινότητά μου, προσπαθώ να μην κολλάω σε έμμονες ιδέες. Αν είναι να γίνει, θα γίνει. Αυτό που έχει τώρα σημασία για μένα είναι να πάψω να φοβάμαι. Να μη φοβάμαι ούτε τους ανθρώπους ούτε τη ζωή. Νομίζω πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να πάψω να φοβάμαι τη μοναξιά μου».

TAGS