0
SHARES

Μια φορά κι έναν καιρό οι άνθρωποι συζητούσαν για τον γραφικό χαρακτήρα και τι αυτός προσδιορίζει στο άτομο που τον εκφράζει με τα χειρόγραφά του. Ο ειλικρινής, πιχί, κάνει μεγάλα στρογγυλά και ομοιόμορφα γράμματα, σε ευθεία γραμμή. Ο ταπεινός κάνει μικρά, απλά και ομοιόμορφα γράμματα, ενώ οι γραμμές τείνουν να κάνουν ζικ-ζακ. Ο καλλιτέχνης κάνει καλλιγραφικά και το μέγεθος των γραμμάτων τείνει να μικραίνει καθώς προχωρά το γραπτό και πήγαινε λέγοντας. Την ίδια χρονική περίοδο ή λίγο αργότερα τα Bic ήταν μια ντιζάιν ανακάλυψη στην υπηρεσία της καθημερινής χρήσης και άπαντες σχολίαζαν πιο είδος «μπίλιας» προτιμούσαν. Άλλοι επέλεγαν τη λεπτότερη και πιο ζόρικη «μύτη» του κίτρινου Bic, άλλοι την πιο αφράτη και χαλαρή του διάφανου.

Μετά τα χρόνια πέρασαν, τα pc έγιναν μαζικά, η πληκτρολόγηση ακολούθησε το ρυθμό της ζωτικής εισπνοής-εκπνοής, ενώ η φωνητική πληκτρολόγηση -γράφει μόνος του ο αλγόριθμος ακούγοντας την εντολή της λαλιάς- παραμονεύει στη γωνία. Σήμερα όλοι επικοινωνούν ακροπατώντας τα δάχτυλά τους πάνω σε κάτι τόσο δα ψηφιακά πλακάκια ενώ ταυτόχρονα περπατούν στον δρόμο, οδηγούν, τρώνε ή κάνουν ντους.

Δουλεύω γύρω στις 7 με 8 ώρες καθημερινά στον υπολογιστή, γράφω κατά μέσο όρο 2.000 με 3.000 λέξεις ανά 24ωρο και σκέφτομαι, μόνιμα, με τίτλους που ενδεχομένως θα φέρουν κλικ. Η ποιότητα των ανησυχιών μου -έτσι όπως αυτή έχει διαμορφωθεί μέσα από την χωνευτική φιλοσοφία του ίντερνετ- είναι κάτι που όντως με ανησυχεί. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Ο άλλος μεγάλος καημός μου είναι ότι δεν μπορώ να γράψω πλέον στο χαρτί. Δηλαδή μπορώ, είχα μάθει κάποτε, το θυμάμαι. Υπάρχουν και κάποια ημερολόγια που το αποδεικνύουν.

Σήμερα, βρέθηκα σε μία ασφαλιστική εταιρεία, όπου προσκόμισα κάτι φωτοτυπίες και λοιπή χαρτούρα που αποδείκνυε, με κάθε τρόπο, ότι εγώ είμαι εγώ, ενώ είχα μία και μόνη παλαιού τύπου υποχρέωση: Να συμπληρώσω μία δήλωση με ονοματεπώνυμο, αριθμό φορολογικού μητρώου και διεύθυνση. Θα προσπαθήσω να κάνω ωραία γράμματα, σκέφτομαι, γνωρίζοντας α) ότι δεν ήμουν ποτέ καλλιγράφος και β) ότι έχω να πιάσω στυλό διαρκείας από πέρσι που έπεσε ένα από το γραφείο μου και έσκυψα, το έπιασα και το ακούμπησα ξανά στο γραφείο. Ξεκίνησα με ίσια την πλάτη και μια κάποια ταχυπαλμία λες και θα έδινα προφορικές εξετάσεις. Γράφω δύο αριθμούς και στον τρίτο κάνω λάθος. Αντί για 0 έγραψα 7. Το διορθώνω γράφοντας το σωστό πάνω στο λάθος. Αρχίσω να πατάω πολλές φορές το μηδέν πάνω από το εφτά. Εντάξει, πάμε παρακάτω. Κανείς δε θα δώσει σημασία σε αυτό το παλίμψηστο, υποθέτω. Στην επόμενη αράδα κάνω λάθος το όνομα, στη θέση τη δική μου έγραψα της μητέρας μου και στη θέση τη δική της κότσαρα το όνομά μου.

Έχετε μπλάνκο, ρωτάω την υπάλληλο της ασφαλιστικής, η οποία με συμβούλευσε να κάνω μία μικρή μουτζούρα και να γράψω τα σωστά ονόματα δίπλα στη μουτζούρα. Να μία καλλιτεχνική φύση, σκέφτομαι. Όχι, σαν κάτι άλλους, τους διεκπεραιωτές και ανάλγητους, που στοιχίζουν τις γραμματοσειρές σαν lego σφηνοτουβλάκια. Πριν προλάβω να ολοκληρώσω τη σκέψη μου, ένα ιπτάμενο χαρτί-φόρμα συμπληρώματος προσγειώνεται στο γραφείο που κάθομαι. Να, έχω μία καινούργια δήλωση, μου λέει η υπάλληλος, σκίστε την παλιά. Χαίρομαι. Αλήθεια. Δεν ήθελα τις μουτζούρες. Στο ημερολόγιο του Ζαν Μισέλ Μπασκιά καλές είναι, στη γραφειοκρατική δήλωση δεν κολλάνε.

Συνεχίζω τη συμπλήρωση του εγγράφου και κάτι με ενοχλεί. Μπορεί να είναι τα τρία πλαστικά βραχιόλια, στο δεξί μου χέρι. Τα βγάζω. Δε θα παρεξηγεί ο Marc Jacobs, ο σχεδιαστής τους. Ξαναπιάνω το Bic. Τότε ακριβώς ξανασυμβαίνει. Το φαινόμενο της φθίνουσας προσπάθειας ή το σύνδρομο της ιατρικής συνταγογράφησης, επανεμφανίζεται. Παθαίνω το ίδιο σοκ, κατ’ εξακολούθηση. Αρχίζω να γράφω στρωτά, κατανοητά και πριν ολοκληρώσω τη λέξη τα αλαμπουρνέζικα έχουν καταλάβει τα ακροδάχτυλά μου και χορεύουν trance. H λέξη καταρρέει και μόνο δια της μαντεψιάς μπορεί κάποιος να βγάλει νόημα.

Νεύρα και στενοχώρια, στριμωγμένες φράσεις, ατσούμπαλο αποτέλεσμα. Παραδίδω το κακοποιημένο χειρόγραφο στην καθ’ ύλην αρμόδια. Ντρέπομαι. Τέλεια, αναφωνεί. Που το βλέπει ήθελα να ’ξερα.

Φεύγω με κυρτούς ώμους. Μια αποφορά ήττας με ακολουθεί. Μόνο όταν κάθομαι στο πόστο μου, μπροστά από τον υπολογιστή, νιώθω ξανά οκέι.

Αντί για επιμύθιο: «Για τους ενήλικες η πληκτρολόγηση μπορεί να είναι μία γρήγορη και αποτελεσματική εναλλακτική λύση στη χειρόγραφη γραφή, αλλά αυτή ακριβώς η αποτελεσματικότητα περιορίζει την ικανότητά μας να επεξεργαζόμαστε καινούργιες πληροφορίες. Γράφοντας στο χέρι ενισχύεται η μνήμη αλλά και η ικανότητα μάθησης. Φοιτητές που κρατούν χειρόγραφες σημειώσεις μαθαίνουν καλύτερα από αυτούς που κρατούν σημειώσεις στο κομπιούτερ» διαβάζω σε σχετικό άρθρο της Καθημερινής.

TAGS