250
SHARES

Η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ είναι 91 ετών. Αφηγήθηκε την πολύ ενδιαφέρουσα ζωή της στον Γιάννη Μπασκόζο που όπως γράφει  «Ο αναγνώστης θα την καταλάβει καλύτερα διαβάζο- ντας για τα πρώτα χρόνια της ζωής της, αυτά που τη διαμόρφωσαν ως χαρακτήρα. Εκεί θα δει πώς «το μικρό, το άσχημο και το γρουσούζικο» τελευταίο παιδί της προσφυγικής οικογένειας γίνεται ένα ατίθασο όμορφο κορίτσι που τρέχει στους δρόμους, καπνίζει αρειμανίως, παίρνει τα βουνά με τους συντρόφους της, αγανακτεί με ό,τι βλέπει και θίγει την ανθρωπιά της, βυθίζεται στην ιστορία, δημιουργεί τον δικό της μύθο. Η ιστορία της όπως μου την αφηγήθηκε κρύβει πολλή δύναμη, είναι ένα μάθημα ζωής για τους νέους που θέλουν, όπως θα πει η ίδια, «να έχουν τα πόδια στη γη και τα μάτια στον ουρανό». 

Το «μικρό, το άσχημο και το γρουσούζικο» τελευταίο παιδί της προσφυγικής οικογένειας γίνεται ένα ατίθασο όμορφο κορίτσι που τρέχει στους δρόμους, καπνίζει αρειμανίως, παίρνει τα βουνά με τους συντρόφους της.

Από την συναρπαστική, χειμαρρώδη αφήγησή της επιλέξαμε κάποια αποσπάσματα λίγο πριν το βιβλίο κυκλοφορήσει στα βιβλιοπωλεία:

Ήμουν πάντοτε, πώς να πούμε, το κέντρο της παρέας, αυτή που μάζευε τα παιδιά. Μάζεψα μια μέρα την παρέα, πρέπει να ήμουν έξι χρόνων, δεν πήγαινα σχολείο ακόμη, και τους έβγαλα λόγο. Στον Βύρωνα τα διώροφα προσφυγικά είχαν και μια σκάλα εξωτερική. Ανέβηκα δυο τρία σκαλάκια, άνοιξα μια εφημερίδα και άρχισα να βγάζω λόγο για τον Βενιζέλο. Παιδάκια γύρω να κοιτάνε σαν χαζά. Περνάει ο πατέρας μου και μου λέει: «Βρε βλάκα, αν είχε φωτογραφία του Βενιζέλου, θα καταλάβαινες ότι κρατάς την εφημερίδα ανάποδα».

Πάντως, με αυτά και μ’ αυτά, έχω γίνει η μεγαλύτερη χαρτοπαίχτρα που υπάρχει. Μέχρι τελευταία έπαιζα καλό μπριτζ, τώρα πια δεν παίζω τίποτα. Στα σπίτια τα καλοκαιρινά που πάω, τα λέω πλεούμενα σπίτια, παίζουν μόνο μπιρίμπα. Την ξέρω κι αυτήν, αλλά τη βαριέμαι.

Στη Γαλλία άλλαξα διατροφικές συνήθειες. Τρώω πάντοτε αυτό που τρώνε οι Γάλλοι, δηλαδή τα μπιφτέκια, το κρέας με λίγο αίμα αλλά και τα θαλασσινά – στρείδια, μύδια. Λάτρευα τον μουσακά, φτάνει να μην έβαζαν πατάτες μέσα. Και τώρα στο αεροπλάνο όταν μου προτείνουν «μουσακά», λέω «φέρ’ τον», και αν είναι μουσακάς με πατάτες, λέω «πάρ’ τον».

Λοιπόν, αυτός ο συμμαθητής μου έχει ένα μολύβι με τέσσερα χρώματα, ενώ εγώ έχω ένα μικρό μολυβάκι. Κάποτε αυτό το μολυβάκι ήταν μεγάλο και το κατείχε ο μεγάλος αδελφός. Όταν μίκραινε, το έπαιρνε ο επόμενος.  Σ’ εμένα έφτανε τοσοδούλι. Μέχρι που ήθελα να το κλέψω εκείνο το μολύβι του Μενεμενλή. Βέβαια δεν το έκλεψα, αλλά μου έχει μείνει, το βλέπω ακόμη μπροστά μου αυτό το μολύβι. Γι’ αυτό άλλωστε η Γριμάνη όταν έγραψε το βιβλίο για μένα το είπε Τα 600 μολύβια. Γιατί τώρα έχω κάσες ολόκληρες. Και δεν λέω υπερβολές, κιβώτια με μολύβια. Με πολλά χρώματα κτλ. 

Με τα Δεκεμβριανά, φεύγουμε μαζί με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Χρήστο Πασαλάρη και άλλους για το βουνό.

Πάνω από τον Υμηττό πέφτουμε μετά στην Παιανία, όπου καπετάνιος ήταν ο Ορέστης. Όταν μας διώχνουν και από εκεί, με τα πόδια καταλήγουμε στην Κυψέλη. Στην Κυψέλη γνωρίζομαι με τον Γιάννη Ξενάκη, με τον οποίο έγινα πολύ φίλη και μετά, στο Παρίσι. Μένουμε στο σπίτι ενός δωσίλογου, ώσπου να φύγουμε πια για να πάμε Σκούρτα, Λαμία και παραπάνω όταν ήρθαν οι Εγγλέζοι. Σε αυτό το σπίτι υπάρχει ένας Δον Κιχώτης του Θερβάντες κι ένας Καβάφης άκοπος. Λοιπόν, έφυγα στο βουνό με τον Θερβάντες και τον Καβάφη.

Είμαι πια Γ ́ Γυμνασίου, 1941 και πηδώ πάνω από πτώματα για να φτάσω στο σχολειό, το οποίο ήταν απλώς ένα σπίτι, όπου είχαν βάλει τη Γ ́ τάξη. Πού ήταν οι άλλες τάξεις δεν θυμάμαι. Θυμάμαι ότι έφτανε το καρότσι του Δήμου και μάζευε τα πτώματα για να τα βάλει σε ομαδικό τάφο, σε έναν λάκκο. Κάποτε με βρίσανε εδώ κάποιοι γιατί είπα «Ποια κρίση, ποια κρίση τώρα;». Τέλος πάντων. Αλλά αυτό βέβαια δεν τολμώ πια να το ξαναπώ. Βέβαια υπάρχει κρίση, όταν χάνεις αυτά που είχες. Άμα δεν έχεις ζήσει όμως τέτοιες στιγμές, πώς να καταλάβεις τι σημαίνει αληθινή, βαριά, τραγική κρίση;

Πρέπει να ’ναι αρχές του ’43 και θυμάμαι να τρέχω στις διαδηλώσεις. Στο σπίτι μου δεν πολυπήγαινα γιατί κάθε τόσο μας ζητούσε, τ’ αδέλφια μου και μένα, η αστυνομία. Τ’ αδέλφια μου μάλωναν μεταξύ τους. Ο ένας είναι ΕΛΔίτης, ο άλλος είναι κομμουνιστής, ο καθένας το δικό του βιολί. Εγώ γυρνώ κάθε φορά σπίτι μόνο για να πλυθώ πριν πάω σε διαδήλωση. Γιατί; Γιατί δεν ήθελα να με βρουν σκοτωμένη βρόμικη.  Έμενα όπου να ’ναι. Είχα έναν θείο ο οποίος ήταν Αμερικάνος και λόγω υπηκοότητας δεν φοβόταν. Έμενε, νομίζω, Κόνωνος 20 στο Παγκράτι, εκεί κυρίως πήγαινα τα βράδια. Αλλά κάποτε με το όργιο τρομοκρατίας φοβήθηκε κι αυτός. Και πού έμενα; Όπου με μαζεύανε.

Με τον άντρα της Ζακ Αρβελέρ.

Ο πρώτος παιδικός μου έρωτας; Όσο το σκέφτομαι δεν ήταν και τόσο παιδικός. Άραγε ζει; Να πω όνομα; Ήμουν γραμμένη στη Διάπλαση των παίδων, αυτό το υπέροχο περιοδικό, και ήμουν ερωτευμένη με τον Αθηναίο της Διάπλασης των παίδων. Τώρα ποιος είναι, έχει γίνει μεγάλος και τρανός; Aς το αφήσουμε. Αν το διαβάσει, ας έρθει να με βρει. 

Μια φορά με πιάσανε οι Παπαγιώργηδες, η δεξιά συμμορία που έλεγχε το Παγκράτι. Μόλις είχα βγει από το κεντρικό κτίριο του Πανεπιστημίου όπου έδινα εξετάσεις για το απολυτήριο Γυμνασίου. Ίσα που πρόλαβα. Με πήγαν στου Γουδή. Η έκπληξη ήταν όταν είδα ανάμεσα στους ανακριτές μου έναν δικό μας του ΕΑΜ. Μάλιστα, είχαμε πάει μια φορά μαζί στο Ηρώδειο να δούμε Φιντέλιο με την Κάλλας και θυμάμαι να μου λέει: «Βάδιζε πάντα αριστερά, ποτέ δεξιά». Τόσο αριστερός ήταν! Τρόμαξα, ήταν η πρώτη μου σύλληψη. Με είχαν κρύψει πίσω από μια κουρτίνα και φώναξαν τον χαφιέ να με περιγράψει.

H Ιστορία είναι ένα περίεργο πράγμα, το μόνο που δεν μπορείς να περιμένεις από αυτήν είναι αλήθεια και δικαιοσύνη.

Στο πανεπιστήμιο έδωσα εξετάσεις τη μόνη φορά που δεν ζήτησαν πιστοποιητικό φρονημάτων. Τη μόνη. Ήταν, αν θυμάμαι καλά, λίγο μετά τη Βάρκιζα. Αμέσως μετά καθιερώθηκε το πιστοποιητικό φρονημάτων και όλα όσα ακολούθησαν τη Βάρκιζα. Τότε έπαιρναν στη Φιλοσοφική 60 αγόρια και 30 κορίτσια. Μπήκα 13η.

Τότε χωρίσανε για πρώτη φορά την Αρχαιολογία από τη Φιλολογία. Εγώ ακολούθησα Αρχαιολογία, εκεί πήγε όλη η αριστοκρατία. Φιλολογία πήγαν κυρίως αυτοί που ήθελαν να διδάξουν. Εγώ αποφασισμένη για αρχαιολογία. Σημειώστε ότι τότε δεν είχαν δικαίωμα οι γυναίκες να γίνουν Έφοροι Αρχαιοτήτων γιατί όπως έλεγε ο κα- θηγητής μας ο Κουκουλές: «Άμα θα πέσετε σ’ έναν αρχαιοκάπηλο, τι θα κάνετε;».

Μου λέει μια μέρα ο Οικονόμου, ο οποίος ήταν ο καθηγητής της Κλασικής Αρχαιολογίας: «Γλύκατζη, όλες ετούτες δεν έχουν ανάγκη να δουλέψουν, εσύ τι θα κάνεις;». Του λέω: «Ακούστε, κύριε καθηγητά, εγώ θα κανω αυτό που θέλω και για να βγάλω στη ζωή μου ό,τι χρειάζεται, δηλαδή τα χρήματα, θα πουλάω λεμόνια στην αγορά της Αθήνας». Το βούλωσε ο Οικονόμου και ησύχασα. 

Πάω στο Παρίσι το 1953 κι εκεί βλέπω τη διαφορά μεταξύ των Πανεπιστημίων των ελληνικών και των γαλλικών. Γράφομαι στο βυζαντινό τμήμα σπουδών. Έρχεται ο μεγάλος βυζαντινολόγος Πωλ Εμίλ Λεμέρλ και μου λέει: «Δεσποινίς, θα πρέπει να μάθετε τις βιβλιοθήκες τις γαλλικές». Με πήρε από το χέρι και πήγαμε στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας, φάγαμε μισή μέρα σχεδόν για να μου δείξει πού είναι τα λεξικά, πώς κάνουν τα δελτία, πώς μπορείς να κρατήσεις σημειώσεις. Αυτά στη Γαλλία όταν εν Ελλάδι δεν μπορούσαμε να πούμε καλημέρα σε καθηγητή.

Τον Κωνσταντίνο Καραμανλή τον έβλεπα στην Αθήνα, άλλες φορές με έπαιρνε τηλέφωνο στο Παρίσι ρωτώντας «Τι κάνουν εκεί πάνω;». Μια μέρα μού τηλεφωνεί ο Θόδωρος: «Θέλει να σας μιλήσει ο Πρόεδρος». Ήταν Δευτέρα. Λέω: «Άκου, Θόδωρε, βιάζομαι, έχω μάθημα, πες του Προέδρου αύριο». «Όχι, θέλει τώρα». Λέω: «Καλά, δώσ’ τον». Έρχεται ο Καραμανλής στο τηλέφωνο, μου λέει: «Ελένη, τι ήταν η Μακεδονία στο Βυζάντιο;». «Θέμα, κύριε Πρόεδρε... (νομαρχία δηλαδή κατά τα βυζαντινά)». «Μη μου λες σαχλαμάρες, θέμα είναι τώρα».

Για να γίνω καθηγήτρια στη Σορβόννη, έκανα 123 επισκέψεις. Έπρεπε να δω όλους τους καθηγητές, όπως γίνεται εδώ για την Ακαδημία. Ήταν από τις πιο ενδια- φέρουσες εμπειρίες. Θυμάμαι φτάνω σ’ αυτόν που ήταν καθηγητής στην Ισπανική Φιλολογία, του λέω «καλημέρα» και, πριν ανοίξω το στόμα μου, λέει: «Ψηφίζω για σας». «Γιατί;» «Έχετε την ίδια προφορά μ’ εμένα». Δεν με ρώτησε τίποτα άλλο.

Μετά, φτάνω στην καλύτερή μου φίλη, η οποία ήταν καθηγήτρια. Ήταν πέντε καθηγήτριες σε 127 καθηγητές. Μου λέει: «Ελένη, δεν θα ψηφίσω για σένα». Ήταν η Ζακλίν Ρομιγί. Της λέω «Ζακλίν, γιατί;» «Είμαστε πολλές γυναίκες» λέει. Φαντάσου, αυτά το 1967. Επισκέπτομαι τη Ζακλίν Μπωζέ-Γκαρνιέ, μια από τις πολύ καλές γεωγράφους – ερχόταν συνέχεια εδώ με τον Δοξιάδη που έκανε τα μεγάλα σεμινάρια για την Πολεοδομία. Χτυπώ την πόρτα, ανοίγω, με κοιτάζει αυτή, και μου λέει: «Δεν δέχομαι φοιτήτριες». Έφυγα. Ήμουν αδύνατη, κάπνιζα τότε σαν φουγάρο και είναι ζήτημα αν ήμουν 40 κιλά. Μαθαίνω μετά ότι δεν με ψήφισε γιατί λέει με περίμενε και δεν πήγα.

Με ρωτούν αν είμαι Ελληνίδα ή Γαλλίδα. Δεν ψήφισα ποτέ στην Ελλάδα, αλλά έχω ελληνική ταυτότητα. Μοιρασα τη ζωή μου μεταξύ Αθήνας και Παρισιού! Ποιος λέει κάτι καλύτερο; Είμαι Γαλλίδα, όπως και τα παιδιά μου. Όταν έρχομαι στην Ελλάδα είναι πάντα για να κάνω μια δουλειά και τα καλοκαίρια για διακοπές. 

Ο πιο αφοσιωμένος άνθρωπος στο θέατρο που έχω γνωρίσει είναι ο Νίκος Κούρκουλος. Ακούστε τώρα να γελάσετε: Έχουμε ραντεβού, προεδρεύω και είναι ο Νίκος Κούρκουλος Διευθυντής. Έχουμε ραντεβού, εγώ νομίζω στις 10, αυτός στις 10.30 στο Υπουργείο. Μου λέει: «Πάμε μαζί;». «Πάμε». Κατεβαίνω, μου λέει: «Ανέβα». Είχε μια μοτοσικλέτα τεράστια. «Πώς;» του λέω. «Ο Κούρκουλος και η Αρβελέρ φτάνουν με μοτοσικλέτα στο Υπουργείο, το ’χεις φανταστεί;». Μου λέει: «Πώς!». «Φαντάζεσαι αύριο τη φωτογραφία στις εφημερίδες;» «Μα γι’ αυτό το κάνω, για να πουλήσω τη φωτογραφία».

Όσο για τη Μαριάννα, ερχόταν, έβλεπε τις παραστάσεις, με μεγάλη διακριτικότητα, ποτέ δεν έκανε φιγούρα ή θόρυβο. Από τους σπάνιους ανθρώπους της Ελλάδας. Γενναιόδωρη, καλή, μορφωμένη, ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους, κάποτε διηύθυνε την τράπεζά τους στην Ελβετία.

Όμως τον καπετάν Γιάννη (Λάτση) δεν τον γνώρισα ούτε από την Εριέττα ούτε από την κόρη του. Τον γνώρισα κατά πολύ αστείο τρόπο. Είμαι Πρύτανης όλων των Πανεπιστημίων του Παρισιού και η Πρυτανεία έχει ένα μεγάλο κτήμα, το Ρισελιέ – ως γνωστόν ο Ρισελιέ είναι ο ιδρυτής της Σορβόννης. Και είναι το θέρετρο των Πρυτάνεων. Βρίσκομαι εκεί όταν μου τηλεφωνούν: «Σας ζητά ένας κύριος Λάτσης», ούτε ήξεραν τα παιδιά ποιος είναι, «και του δώσαμε το νούμερό σας». «Καλά» λέω.

Τηλεφωνεί ο Λάτσης και μου λέει «Κυρία Αρβελέρ, θέλω να ιδρύσω Πανεπιστήμιο».

«Ακούστε, κύριε Λάτση, πριν μιλήσουμε, θα μου δώσετε το τηλέφωνό σας και θα σας πάρω μετά εγώ». «Γιατί;» «Οποιοσδήποτε μπορεί να πει “εδώ ο κύριος Λάτσης”, αποκλείεται να σας πω τίποτα παραπάνω. Ή μου δίνετε το τηλέφωνό σας ή δεν μιλάμε». Με κόπο έδωσε το τηλέφωνο. Λέω στα παιδιά, τηλεφωνήστε να μάθουμε τι είναι. Μάθανε ότι είναι ο Λάτσης και τότε τον παίρνω πίσω. Μου λέει «Μπράβο σας, καλά κάνατε. Στο προκείμενο. Θ’ αγοράσω το Τατόι και θα κάνω Πανεπιστήμιο». «Δεν μπορείτε». «Πώς δεν μπορώ; Θα βάλω όσα λεφτά χρειάζονται». Λέω: «Δεν μπορείτε». «Γιατί;». «Γιατί δεν έχετε δικαίωμα να κάνετε Πανεπιστήμιο εν Ελλάδι ιδιωτικό». «Μα πώς; Θα βάλω, θα κάνω, θα δείξω».

Του λέω «Μη χάνουμε την ώρα μας, δεν έχετε δικαίωμα». Με πιλάτεψε και άλλο: «Εγώ θα μπορούσα να σας το κάνω, αλλά δεν θα το κάνω». «Δηλαδή;» μου λέει. «Θα μπορούσα να πω ότι αυτό που κάνετε είναι παράρτημα της Σορβόννης». «Και γιατί δεν θα το κάνεις;». «Γιατί θέλω τουλάχιστον δέκα χρόνια να ξέρω αν είναι σοβαρό ή όχι, ειδάλλως πώς θα γίνει παράρτημα της Σορβόννης αν δεν είναι σοβαρό;». «Μπράβο σου» μου λέει.

Να πω πώς έγινε κι έγραψα ελληνικά. Το Γιατί το Βυ­ζάντιο το γράφω ελληνικά γιατί μου το ζήτησε ο Χρήστος. Με βρίσκει μια μέρα και μου λέει: «Αγόρασα έναν καινούργιο εκδοτικό οίκο, τα Ελληνικά Γράμματα, Ελένη, γράψε 150 σελίδες, άντε 200 το πολύ, τι είναι το Βυζάντιο. Δεν ξέρουμε εδώ σχεδόν τίποτα γι’ αυτό». «Καλά» του λέω «θα σου κάνω τη χάρη». Γιατί ναι μεν «σκοτωνόμασταν» αλλά και πρώτοι φίλοι ήμασταν. Το γράφω το βιβλίο, μου λέει «Καλό είναι;». Τον πειράζω «Νομίζω ότι θα το αγόραζα κι εγώ». Και έτσι βγήκε το Γιατί το Βυζάντιο, το πρώτο βιβλίο που έγραψα στα ελληνικά.

Τον θάνατο δεν τον σκεπτόμουν ποτέ μέχρι τώρα. Τον τελευταίο καιρό απασχολεί το μυαλό μου συνέχεια και κυρίως τα ζητήματα «προ του θανάτου». Με ενοχλεί ότι δεν υπάρχει ευθανασία στην Ελλάδα, αλλά ούτε και στη Γαλλία. Είχα συμφωνήσει με τον φίλο γιατρό μου να μη με αφήσει να υποφέρω προς το τέλος, να μη με αφήσει να ζω με σωληνάκια ως φυτό και συμφώνησε. Έλα όμως που πέθανε και με άφησε ξεκρέμαστη. 

*Το βιβλίο της Ελένης Αρβελέρ Ζωή χωρίς άλλοθι κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

 

TAGS