0
SHARES

Η Βίβιαν Μάγιερ, μία από τις κορυφαίες φωτογράφους δρόμου του 20ου αιώνα, ένας άνθρωπος ανήσυχος και ανικανοποίητος, έγινε γνωστή μετά το θάνατό της από ένα τυχαίο περιστατικό ανακάλυψης του σπουδαίου έργου της. Κάτι που προσδίδει στα κάδρα της μια έξτρα δόση μυστηρίου και αγιοσύνης. Το ντοκιμαντέρ για τη ζωή της, «Ανακαλύπτοντας τη Βίβιαν Μάιερ», διεκδίκησε αγαλματίδιο στα Όσκαρ του 2015 και έγινε αφορμή για να γνωρίσουμε καλύτερα αυτή την μοναχική γυναίκα.

«Πρέπει να αφήνουμε χώρο στους άλλους ανθρώπους. Η ζωή είναι ένας τροχός. Έχει τα πάνω της και τα κάτω της. Όλοι έχουν την ίδια ευκαιρία να φτάσουν μέχρι το τέλος. Και μετά κάποιος άλλος απλά θα πάρει τη θέση τους» λέει η πρωταγωνίστρια του πρόσφατου ντοκιμαντέρ 84ων λεπτών, για τη ζωή της Βίβιαν Μάγιερ, «Finding Vivian Maier», σε σκηνοθεσία Τζον Μαλούφ και Τσάρλι Σίσκελ, σκιαγραφώντας έτσι την αινιγματική προσωπικότητα της φωτογράφου. Μιας φωτογράφου αλλόκοτης και διαφορετικής, η ταυτότητα της οποίας βγήκε στο φως σχεδόν ταυτόχρονα με το θάνατό της.

Ποτέ δεν έφευγε από το σπίτι χωρίς τη Rolleiflex της, τη φωτογραφική της μηχανή, περασμένη γύρω από το λαιμό της.

Η Βίβιαν γεννήθηκε το 1926 και απεβίωσε το 2009. Το κατά κόσμον επάγγελμά της ήταν νταντά αλλά όταν τη ρωτούσαν τι κάνει, αυτή αρεσκόταν στο να απαντά «είμαι κάποιου είδους κατάσκοπος».Όταν την έδιωξαν από ένα σπίτι στο οποίο έμενε στο Σικάγο, επειδή δεν είχε να πληρώσει το ενοίκιο, άφησε πίσω της μερικές χιλιάδες ρολά φιλμ, άλλα εμφανισμένα κι άλλα όχι, τα οποία και εμφάνισε ο επόμενος ιδιοκτήτης του σπιτιού και αφού συμβουλεύτηκε κάποιους ειδικούς όρισε μια δημοπρασία ακριβώς απέναντι από το σπίτι του τυχερούλη Τζον Μαφούλ. Ήταν δυο χρόνια πριν το θάνατό της, όταν ο 29χρονος τότε σκηνοθέτης και φωτογράφος αντιλήφθηκε το θησαυρό που κρύβεται μέσα σε αυτές τις φωτογραφίες και τις αγόρασε έναντι του -όχι τόσο σημαντικού- ποσού των 380 δολαρίων. Οι εκατοντάδες φωτογραφίες ανήκαν στη Βίβιαν Μάγιερ και αποτελούσαν οι ίδιες ένα ντοκιμαντέρ της καθημερινής ζωής στη Νέα Υόρκη και το Σικάγο της δεκαετίες του ’50 και του ’60.

Οι εκατοντάδες φωτογραφίες ανήκαν στη Βίβιαν Μάγιερ και αποτελούσαν οι ίδιες ένα ντοκιμαντέρ της καθημερινής ζωής στη Νέα Υόρκη και το Σικάγο της δεκαετίες του ’50 και του ’60.
Ο τεράστιος όγκος δουλειάς που άφησε πίσω της η Μάγιερ υπολογίζεται γύρω στα 150.000 αρνητικά . Η ποιότητά του μπορεί να συγκριθεί με την δουλειά των σύγχρονών της φωτογράφων Έλιοτ Έρβιτ και Γκάρι Γουίνογκραντ .

«Με τον καιρό, άρχισα να συνειδητοποιώ την αξία της δουλειά της», λέει ο Μαλούφ, ο τραπεζικός λογαριασμός του οποίου αυξήθηκε κατακόρυφα μετά από αυτή την ανακάλυψη αφού ανά τον πλανήτη συλλέκτες, συμπεριλαμβανομένου και του ηθοποιού Τιμ Ροθ, έχουν πληρώσει χιλιάδες δολάρια για να αποκτήσουν κάποιες από τις φωτογραφίες αυτές. Ο Μαλούφ παθιάστηκε και μετά από επίμονη έρευνα, βρήκε διάσπαρτα σε διάφορα σημεία της πόλης και άλλα κρυμμένα σε αποθήκες κιβώτια με έργα της Μάγιερ, τα οποία και αγόρασε σώζοντάς τα από τον κάδο των σκουπιδιών. Τα κιβώτια περιείχαν χιλιάδες φωτογραφίες, καθώς και ηχογραφήσεις και βιντεοσκοπήσεις με κάμερα Super 8. Ο τεράστιος όγκος δουλειάς που άφησε πίσω της η Μάγιερ υπολογίζεται γύρω στα 150.000 αρνητικά . Η ποιότητά του μπορεί να συγκριθεί με την δουλειά των σύγχρονών της φωτογράφων Έλιοτ Έρβιτ και Γκάρι Γουίνογκραντ . Το λυπηρό ωστόσο είναι πως όταν ανακαλύφθηκε το έργο της, η ίδια δεν ήταν ζωντανή. Δεν έμαθε ποτέ ότι μπήκε στο hall of fame των φωτογράφων του 20ου αιώνα. Το 2009, ο Μαλούφ αφού είχε ψάξει αποτυχημένα να την βρει, έπεσε πάνω στη νεκρολογία της σε μια εφημερίδα. Η Μάγιερ είχε γλιστρήσει στον πάγο, είχε χτυπήσει στο κεφάλι και είχε αποβιώσει στις 21 Απριλίου του 2009, σε ηλικία 83 ετών.

Ο όγκος του φωτογραφικού της έργου είναι κυρίως ασπρόμαυρος και επικεντρώνεται σε κοινωνικά θέματα, στη ζωή στο δρόμο, τη μειονεκτική θέση για τους μετανάστες, τις εμφανείς ανισότητες μεταξύ των τάξεων.
Δικά της παιδιά δεν έκανε αλλά έδωσε όλη την αγάπη της στα παιδιά των άλλων.

Ποτέ δεν θα μάθουμε αν το γεγονός της αναγνώρισής της θα την έκανε χαρούμενη αφού όλα δείχνουν ότι ό,τι έκανε αυτή η βαθιά εσωστρεφής, πλην χαρούμενη, γυναίκα, το έκανε για να χορτάσει το ασίγαστο πάθος της τόσο για την φωτογραφία όσο και για τον ίδιο τον άνθρωπο. Όσοι την γνώριζαν την χαρακτήριζαν ως εξαιρετικά ευφυή, ιδιαίτερη και ως ένα πνεύμα ελεύθερο. Στο δρόμο κυκλοφορούσε με διακριτικότητα και στυλ. Φορούσε σχεδόν πάντα καπέλο, ένα μακρύ φόρεμα, ένα μάλλινο παλτό και αντρικά παπούτσια. Ποτέ δεν έφευγε από το σπίτι χωρίς τη Rolleiflex της, τη φωτογραφική της μηχανή, περασμένη γύρω από το λαιμό της.

Δικά της παιδιά δεν έκανε αλλά έδωσε όλη την αγάπη της στα παιδιά των άλλων. Η ευκατάστατη οικογένεια του Σικάγο, Γκενσμπούρκ, στην οποία η Μάγιερ ενσωματώθηκε το 1956, την αποδέχτηκε σαν κανονικό μέλος, της έδωσε μάλιστα και δικό της μπάνιο, το οποίο η Μάγιερ χρησιμοποίησε ως τον πρώτο της σκοτεινό θάλαμο.

Ο όγκος του φωτογραφικού της έργου είναι κυρίως ασπρόμαυρος και επικεντρώνεται σε κοινωνικά θέματα, στη ζωή στο δρόμο, τη μειονεκτική θέση για τους μετανάστες, τις εμφανείς ανισότητες μεταξύ των τάξεων. Πρόσφατα -σχετικά- βρέθηκε αρχείο με σχεδόν 700 ανεμφάνιστα slides Ektachrome, ενώ έγινε γνωστό ότι εκτός από τη Rolleiflex, φωτογράφιζε και με μία Leica III c. Πολλά ρολά Ektachrome εμφανίστηκαν λανσάροντας ένα νέο κύκλο αναλύσεων, εκθέσεων και δημοσιεύσεων, αυτή τη φορά για την έγχρωμη δουλειά της.

Πολλά ρολά Ektachrome εμφανίστηκαν λανσάροντας ένα νέο κύκλο αναλύσεων, εκθέσεων και δημοσιεύσεων, αυτή τη φορά για την έγχρωμη δουλειά της.
«Η ιστορία της Μάγιερ κουβαλάει ένα μήνυμα. Η ιδέα ότι μπορεί ανάμεσά μας να βρίσκονται σπουδαίοι ανεξερεύνητοι καλλιτέχνες είναι σπουδαία».

Τη δεκαετία του 1970 τα παιδιά της οικογένειας Γκενσμπούργκ είχαν πλέον μεγαλώσει και η Μάγιερ αναγκάστηκε να αναζητήσει εργασία με άλλες οικογένειες. Δυστυχώς δεν ήταν πια σε θέση να εκτυπώσει και τα ρολά από τα φιλμ της άρχισαν να συσσωρεύονται . Κατά τη διάρκεια αυτού του χρόνου η Μάγιερ πειραματίστηκε με το έγχρωμο φιλμ, προσεγγίζοντας τη φωτογραφία με μια νέα ματιά, στην οποία παρά το χρώμα βασίλευε η αφαίρεση. Η δεκαετία του 1980 την βρίσκει σε άθλια κατάσταση, χωρίς κάποια οικογένεια στην οποία να δουλεύει και χωρίς στέγη. Αναγκάζεται να αποθηκεύσει αριστερά και δεξιά τις φωτογραφίες της και να προσπαθήσει απλά να επιβιώσει.

«Η Βίβιαν σαφώς και γνώριζε ότι ήταν μία μεγάλη καλλιτέχνιδα, αλλά προφανώς δεν την ενδιέφερε να το μοιραστεί αυτό με κανέναν, αφού ποτέ και για κανένα λόγο δεν είχε δείξει τις φωτογραφίες της σε κάποιον» λέει ο Τσάρλι Σίσκελ, ο οποίος συνυπογράφει το ντεκιμαντέρ για τη ζωή της μαζί με τον Μαλούφ. «Κοιτώντας τις φωτογραφίες της συνειδητοποιείς ότι υπάρχουν άνθρωποι ξεχασμένοι στους οποίους οφείλουμε να δείξουμε προσοχή», συνεχίζει ο Σίσκελ. «Η ιστορία της Μάγιερ κουβαλάει ένα μήνυμα. Η ιδέα ότι μπορεί ανάμεσά μας να βρίσκονται σπουδαίοι ανεξερεύνητοι καλλιτέχνες είναι σπουδαία».

Στο δρόμο κυκλοφορούσε με διακριτικότητα και στυλ. Φορούσε σχεδόν πάντα καπέλο, ένα μακρύ φόρεμα, ένα μάλλινο παλτό και αντρικά παπούτσια.

Η ζωή της μυστηριώδους γκουβερνάντας και οι εξαιρετικές φωτογραφίες της έχουν κάνει επανειλημμένως τον γύρο του κόσμου μέσα από εκθέσεις στο Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη, το Λος Άντζελες, το Όσλο, το Αμβούργο, φωτίζοντας τις σκοτεινές πτυχές της πρώτης γυναίκας που υπήρξε μανιακή των αυτοφωτογραφήσεων, πολλά χρόνια πριν την ανακάλυψη του όρου selfie. H Μάγιερ συχνά πυκνά γύριζε την κάμερα και στον ίδιο της τον εαυτό, ωστόσο το έκανε με τον ίδιο σεμνό τρόπο με τον οποίο φωτογράφιζε: παραμένοντας ή ίδια πάντα στη σκιά.

Δείτε το τρέιλερ του ντοκιμαντέρ, «Finding Vivian Maier»: 

 

TAGS