0
SHARES

«Είδα κι εγώ, τελευταία και καταϊδρωμένη, το “Ελάφι” του Λάνθιμου και αφού πρώτα έκλεισα το στόμα που είχε μείνει ανοιχτό από τη στιλάτη παράνοια του σεναρίου, έδιωξα το πιάνο που είχε πέσει στο στήθος σαν ασήκωτη κομψότητα, καθάρισα το λαιμό προσπαθώντας να κρατήσω την επίγευση του Musigny Grand Cru σε εικόνες, που μόλις είχα κεραστεί, κατέληξα στο εξής συμπέρασμα: οι προνομιούχοι άνθρωποι, του 21ου αιώνα, κάνουν νήμα στα δόντια πριν κοιμηθούν μόνο όταν είναι ξέγνοιαστοι. όταν αρχίσουν οι σκοτούρες δεν κάνουν». Αυτό ήταν ένα κάποιο ποστάρισμα, στη σελίδα μου στο φέισμπουκ, πέρσι, όταν είχε καταλαγιάσει πια η σκόνη από τον γδούπο της ψηλοκρεμαστής εμφάνισης της προτελευταίας ταινίας του Γιώργου Λάνθιμου και όλοι, κοινό και κριτικοί είχαν καθίσει στους πάγκους τους περιμένοντας, εναγωνίως, το επόμενο βήμα του τρανού Έλληνα σκηνοθέτη.

Το επόμενο βήμα ήρθε το 2018, με την ταινία «The Favourite», η Ευνοούμενη, η οποία διαδραματίζεται στις αρχές του 18ου αιώνα, στην προτεσταντική Αγγλία. Ταινία εποχής σε όλο της το μεγαλείο, εξυφαίνει την ίντριγκα με δαντελένια μαεστρία όπως η Peacock spider, η οποία τυγχάνει να είναι και η πιο καλοντυμένη της οικογενείας των αραχνών, γνωστή και ως Maratus volans.

Θρόνος και φθόνος. Ευνοούμενοι και κολαούζοι. Συμβουλάτορες και κόλακες. Κήνσορες και προδότες. Μια σκοτεινή αλυσίδα από ανθρώπινες συμπεριφορές, εμμονές και φιλοδοξίες προστατευμένες κάτω από εντυπωσιακά κοστούμια, κρινολίνα, κορσέδες, περούκες και φουρά. Ο Γιώργος Λάνθιμος αντίθετα με το αχρονικό και αινιγματικό τοπίο, στο οποίο κινούνταν μέχρι τώρα, έχει τοποθετήσει τη νέα αυτή ταινία του σε μία ιστορικά καταγεγραμμένη στιγμή. Σε ένα πραγματικό γεγονός.

Το 1708 η Αγγλία μάχεται ενάντια της Γαλλίας. Η Βασίλισσα Άννα, την οποία υποδύεται η μοναδική Ολίβια Κόλμαν (κέρδισε Χρυσή Σφαίρα για το ρόλο της) έχει ανέβει στο θρόνο και η παιδική της φίλη, η Δούκισσα του Μάρλμπορο, Σάρα Τζένινγκς, δηλαδή η Ρέιτσελ Βάις, κυβερνάει τη χώρα αντ’ αυτής.

Η ασθενική Άννα με συχνές κρίσεις νεύρων, ελαφρώς αγοραφοβική συμπεριφορά, μανία με τα κατοικίδιά της -ζει με καμιά δεκαριά κουνέλια-, απροστάτευτη, ανασφαλής και πανίσχυρη. Η δυναμική Σάρα, σκληρή, δίκαιη, απροσπέλαστη, στοργική και παντρεμένη με τον Τζον Τσόρτσιλ, τον σημαντικότερο στρατηγό της Άννας. Πίσω από τις κλειστές πόρτες, υπό το φως των κεριών, η σχέση των δύο γυναικών είναι ερωτική, βαθιά, στηρίζεται σε δεσμούς αμοιβαίων εξαρτήσεων και σιωπηλών, ραφιναρισμένων συνεννοήσεων.

Η Άμπιγκλεϊλ, πρώην τιτλούχα, τα έχει χάσει όλα και θέλει να τα ξαναβρεί.

Κάπου εκεί, σε μία στροφή του χρόνου, εμφανίζεται η ξαδέλφη της Σάρα, η Άμπιγκεϊλ Χιλ, την οποία υποδύεται η Έμμα Στόουν, με τα μάτια-θάλασσες. Η Άμπιγκλεϊλ, πρώην τιτλούχα, τα έχει χάσει όλα και θέλει να τα ξαναβρεί. Παρουσιάζεται στην αυλή του παλατιού, ζητάει εργασία από την ξαδέλφη της, την κερδίζει. Η φιλοδοξία την οδηγεί. Διαφέρει από το υπηρετικό προσωπικό. Μιλάει πολλές γλώσσες, έχει καλλιέργεια, παίζει τους κώδικες επικοινωνίας των γαλαζοαίματων στα δάχτυλα. Αυτά τα δάχτυλα, τα οποία χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά, στη συνέχεια, για να χαρίσει ηδονή στην Βασίλισσα Άννα.

Ανακαλύπτει μια σχισμή ανάμεσα στην σφιχτή σχέση των δύο σημαντικών γυναικών και εισχωρεί, με ευλυγισία πεινασμένου αιλουροειδούς. Βρίσκει την ευκαιρία να πάρει τη θέση της στην καρδιά όσο και στην κρεβατοκάμαρα της Άννας. Η αντιζηλία είναι κόρη της φιλοδοξίας και πρώτη ξαδέρφη της ζηλοτυπίας. Ένα μεταλλόκραμα ισχυρών ιδιαιτεροτήτων για γερό στομάχι και έμφυτο ταλέντο στην αντοχή. Οι δύο ξαδέρφες κηρύσσουν πόλεμο.

Η Άμπιγκεϊλ γίνεται η νέα ευνοούμενη της βασίλισσας, η πρώτη κυρία των τιμών στο παλάτι. «Μου αρέσει η γλώσσα της μέσα μου» φτύνει στη μούρη της Σάρα η Άννα και της γυρίζει την πλάτη. Το dramedy έχει κορυφωθεί. Ο Γιώργος Λάνθιμος ακροβατεί με σταθερότητα και επίγνωση πάνω στο σενάριο των Ντέμπορα Ντέιβις και Τόνι ΜακΝάμαρα (είναι η πρώτη ταινία του έξω από το ανυπέρβλητο κείμενο του Ευθύμη Φιλίππου).

Το σουρεαλιστικό ύφος του παραφρασμένου ελληνικού weird wave που του είχε αποδοθεί, ασυναίσθητα σχεδόν, χωρίς ο ίδιος να το έχει αποδεχθεί ποτέ, δεν εμφανίζεται σε κανένα πλάνο του Favourite. Ο ευρυγώνιος φακός με τον οποίο καταγράφει πολλές σκηνές χωράει τα πάντα, εκτός από αμφίσημα νοήματα, ασάφειες, στιλάτες θολούρες και κομψό σκότος. Εδώ ο Λάνθιμος αλλάζει. Κάνει μεγάλο σινεμά με ογκώδη μηνύματα.  Δεν κολλάει το φακό του στις αμείλικτες βεβαιότητες των χαρακτήρων των ηρώων αλλά ανοίγει το κάδρο, φανερώνει το άκαμπτο κέλυφος των ανθρώπινων συμπεριφορών. Αυτό που φαίνεται με γυμνό μάτι. Αυτό που σε κάνει να ταυτιστείς θες δε θες.

Η μετάβαση αυτή του Έλληνα σκηνοθέτη από το «κλασικό λανθιμικό» ύφος στο «λανθιμικά κλασικό» είναι το πρώτο που βλέπει ο θεατής.

Και αντίθετα με τα ψιλοκομμένα, ψυχεδελικά συμπεράσματα, στα οποία μπορούσαμε να προβούμε στις προηγούμενες ταινίες του, τώρα αντιλαμβανόμαστε το σύνολο της ύπαρξης, η οποία αδυνατεί να παρεκκλίνει από την υπερηφάνεια και την προκατάληψη. Όμως, αυτό είναι εξέλιξη, εάν δεχθούμε τη δαρβινική πορεία των πραγμάτων. Εάν δεχθούμε ότι οι δέκα υποψηφιότητες για Όσκαρ, που χορεύουν γύρω του, είναι το επιστέγασμα της καλλιτεχνικής ωριμότητάς του. 

Τίποτα δεν είναι για πάντα. Ούτε καν οι ευνοούμενοι. «Σήμερα είναι, αύριο δεν είναι» όπως χαρακτηριστικά ακούγεται στην ταινία και όπως συμβολικά, σχεδόν διδακτικά, συμβαίνει στην πραγματική ζωή.

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας:

 

TAGS