0
SHARES

Ήταν Πάσχα του 2014 νομίζω όταν χτύπησε αναπάντεχα το κουδούνι στο πατρικό μου. Ήταν η κολλητή μου φίλη που εδώ και αρκετά χρόνια ζει μόνιμα στην Αγγλία, με έναν σάκο στον ώμο και μία σακούλα γεμάτη μπύρες και ένα φακελάκι καπνό από το περίπτερο στο χέρι. «Άνοιξε μου, ήρθα απροειδοποίητα για να σας κάνω έκπληξη και δεν βρήκα ούτε καν τους γονείς μου στο σπίτι,» φώναξε με κάποια απελπισία στο μικρόφωνο του θηροτηλεφώνου και ανέβηκε τα σκαλιά μέχρι τον τρίτο όροφο σαν ελαφάκι, δύο-δύο, λαχιανιασμένα και ρυθμικά. Μετά τις θερμές αγκαλιές και τις ευχές, τόσο με μένα όσο και με τους γονείς μου καθίσαμε στο τραπέζι, ιστορίες από την Γηραιά Αλβιώνα ακούστηκαν πάνω από το λεμονάτο κατσικάκι φούρνου, γέλια ήχησαν δυνατά και το κλίμα ήταν υπέροχο και κατανυκτικό. Όπως ακριβώς ταίριαζε στη συγκεκριμένη ημέρα, δηλαδή. Η Στέλλα βρήκε παρέα για να φάει μαζί του την Κυριακή του Πάσχα, εγώ ήμουν χαρούμενη που η φίλη μου είχε έρθει έτσι αναπάντεχα και οι γονείς μου πάντα την συμπαθούσαν, οι κουβέντες μεταξύ τους θύμιζαν κάθε φορά συζήτηση με κάποιον παλιό, αγαπημένο συμμαθητή που έχεις χρόνια να δεις, αλλά είναι μόνιμα στην καρδιά σου. Μετά από λίγο πήγα να κάνω ένα μπάνιο εξπρές ώστε να βγούμε οι δυο μας για καφέ. Ενώ ήμουν ήδη στην μπανιέρα με τους αφρούς του σαμπουάν να κάνουν μπουρμπουλήθρες στα μαλλιά μου άκουσα φωνές από το σαλόνι. Η Στέλλα τσακωνόταν με τη μητέρα μου.

Είδα, σαν άλλη Αλική στη Χώρα των Θαυμάτων, τις νύχτες μου να διαρκούν επικίνδυνα πολύ και το Εγώ μου να μικραίνει τρομακτικά απότομα.

Απ' ότι μπόρεσα να καταλάβω βγαίνοντας από το μπάνιο, σχεδόν βρεγμένη, όλα ξεκίνησαν όταν η μητέρα μου ρώτησε την Στέλλα για τον σύντροφο της, που ήταν Άγγλος και δούλευε σε παμπ, και η κολλητή μου της είπε πως παρά το γεγονός ότι επρόκειτο να συγκατοικήσουν σύντομα δεν θέλουν να παντρευτούν και να κάνουν παιδιά. Για να μην κουράζω την αφήγηση, στο σπίτι έγινε του Κοσσυφοπεδίου. Η σκέψη της γυναίκας που αποφάσισε να αφήσει οριστικά την δουλειά της για να μείνει στο σπίτι και να αφοσιωθεί σε μένα αδυνατούσε να συλλάβει το γεγονός ότι κάποια άλλη γυναίκα δεν επιθυμούσε με τίποτα να γίνει μητέρα, με καριέρα ή χωρίς. Αυτή άλλωστε υπήρξε πάντοτε η μόνιμη εστία τσακωμών μας. «Κάνε ένα παιδί και μην παντρευτείς», «Κάνε ένα παιδί και θα στο μεγαλώσω εγώ», «Κάνε ένα παιδί, θα ξυπνήσεις μία μέρα και θα χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο», «Κάνε ένα παιδί, αν έχεις το παιδί σου όλα είναι πιο εύκολα όταν μεγαλώνεις». Την ίδια στιγμή, εγώ ήμουν αμετακίνητη και είχα επιχειρήματα. Δεν ήταν εκείνα που υποστηρίζουν τα συνηθισμένα για βιολογικά ρολόγια που δεν έχουν χτυπήσει ακόμα και για έξαλλα, μεταμεσονύχτια πάρτι στα οποία δεν ήθελα με τίποτα να σταματήσω να πηγαίνω. Ήταν αυτά που είχαν κυρίως να κάνουν με μία βαθιά αίσθηση ευθύνης αλλά και με την γνώση πως η απόκτηση παιδιού απαιτεί μέσα σε όλα και πάνω απ' όλα την απόλυτη αυτοθυσία: την αποδοχή πως ο εαυτός σου δεν πρόκειται να ξαναέρθει ποτέ πρώτος. Πάντα, όσο ζεις, θα έχει προτεραιότητα κάποιος άλλος. Είναι άραγε ταιριαστή με όλους τους χαρακτήρες και όλες τις πραγματικότητες αυτή η συγκεκριμένη αποδοχή; Όποιος βιαστεί να απαντήσει πως «ναι, είναι» και πως «Κάνε ένα παιδί, θα ξυπνήσεις μία μέρα και θα χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο», είτε δεν έχει ζήσει και πολλά έξω από τα στενά πλαίσια κάποιας οικογένειας, είτε σου λέει συνειδητά ψέματα για να σε «παρασύρει». Ποτέ δεν βρήκαν τα επιχειρήματα μου αυτά κάποιο ευήκοα ώτα. Η μητέρα μου εξακολουθούσε να ξυπνάει κάθε νύχτα στις 3 τα ξημερώματα, κάθε νύχτα το ίδιο τροπάρι σαν καλοκουρδισμένο ρολόι, και να βλέπει ζωντανούς εφιάλτες με τη μοναχική ζωή μου μετά τα 40. Άκληρη, ανύπαντρη, χωρίς κανέναν στο πλευρό μου. Εκείνο το απόγευμα σε κάποιο καφέ της Αγίας Ειρήνης, με την Στέλλα, περάσαμε πάνω από δύο ώρες σχολιάζοντας με οργή τους ανθρώπους που προσπαθούν να σου επιβάλουν το δικό τους μοντέλο ζωής, λες και τους πέφτει λόγος.

Στα δύο χρόνια που ακολούθησαν εκείνο το πασχαλινό απόγευμα όπου δύο κολλητές βρέθηκαν ξανά πάνω από παγωμένα καπουτσίνο και εξομολογήθηκαν η μία στην άλλη πόσο άνετα ένιωθαν μέσα στην πολυπόθητη ανεξαρτησία τους, ξενύχτησα κι εγώ, σαν τη μητέρα μου, αναρίθμητα βράδια. Όχι επειδή ανησυχούσα για το μέλλον μου, αλλά, αντίθετα, γιατί δεν ανησυχούσα καθόλου. Από τις ημιφωτισμένες συναυλίες στο Ρομάντσο της οδού Αναξαγόρα που είχε μόλις ανοίξει, μέχρι τα μαλακά, δερμάτινα σκαμπό του Galaxy της Σταδίου ή σε άγνωστα σπίτια που δεν καλοθυμάμαι, είδα, σαν άλλη Αλική στη Χώρα των Θαυμάτων, τις νύχτες μου να διαρκούν επικίνδυνα πολύ και το Εγώ μου να μικραίνει τρομακτικά απότομα. Δεν λέω πως το ίδιο συμβαίνει ή πρόκειται να συμβεί σε όλους όσους είναι απόλυτα ικανοποιημέοι με τη ζωή τους ως έχει, μακριά από την ευθύνη ενός παιδιού. Απλώς είναι αυτό που συνέβη σε μένα. Εάν το Εγώ σου μικρύνει πραγματικά πολύ, ελαχιστοποιηθεί και τοποθετηθεί στις πραγματικές του διαστάσεις, ως ένας άνθρωπος ενδιαφέροντας ή μη, ανάμεσα σε τόσους άλλους περισσότερο ή λιγότερο σημαντικούς μέσα στη μεγάλη πόλη, αρχίζεις σταδιακά να σκέφτεσαι τον εαυτό σου μέσα σε ένα διαφορετικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο δεν τον είχες σκεφτεί ποτέ ξανά, χωρίς την ανυπάκουη σιγουριά πως ότι ήξερες για σένα και για τους άλλους είναι η μοναδική, οικουμενική αλήθεια. Τα πράγματα ήρθαν να κουμπώσουν αρμονικά σε ένα νέο, αναπάντεχο σημείο με τον ερχομό του συντρόφου που βρέθηκε στο λάθος μέρος, τη σωστή στιγμή και. στην πραγματικότητα, δεν με ζόρισε καθόλου. «Αν δεν θες εσύ παιδιά δεν θέλω ούτε κι εγώ». «Νομίζω, ότι θέλω». «Χαίρομαι που το ακούω, πάντα φανταζόμουν τον εαυτό μου με παιδιά». 

Η απόκτηση παιδιού απαιτεί μέσα σε όλα και πάνω απ' όλα την απόλυτη αυτοθυσία: την αποδοχή πως ο εαυτός σου δεν πρόκειται να ξαναέρθει ποτέ πρώτος.

Δεν ήταν Πάσχα, αλλά λίγο πριν τα Χριστούγεννα, όταν ο Μάνος επέμενε πως το δέρμα μου έχει αρχίσει να έχει διαφορετική υφή. «Τι εννοείς,» τον ρώτησα ένα απόγευμα διασχίζοντας τους διαδρόμους ενός κατάφωτου πολυκαταστήματος, ενώ εκείνος προσπαθούσε να με πείσει να του δώσω όσες σακούλες κρατούσα στα χέρια και να πάμε μέχρι το φαρμακείο για να πάρουμε ένα τεστ εγκυμοσύνης. Θυμάμαι πως μου ακούστηκε ό,τι πιο παράλογο. Να συνδέεταιμε οποιονδήποτε τρόπο η υφή των παιδιών σου με ένα πιθανό μωρό που έχεις στην κοιλιά, αλλά ο Μάνος που, δεν είχε, εδώ που τα λέμε, ιδιαίτερη σχέση με αυτά τα πράγματα ήταν κατηγορηματικός: «Κάτι έχει αλλάξει πάνω σου». Σίγουρα είχε. Μερικές ημέρες αργότερα μέσα σε κάποιο βαγόνι του μετρό με προορισμό το Σύνταγμα άρχισα να ονειρεύομαι τις παραδοσιακές τυρόπιτες ενός συγκεκριμένου ταχυφαγίου της Ερμού και ήταν λάθος μου να το πω ανοικτά στον Μάνο. Το ίδιο βράδυ βρέθηκα, θέλοντας και μη, κλειδωμένη στο μπάνιο του σπιτιού, η απόσταση από την πόρτα μέχρι την λεκάνη μου φάνηκε σαν τεράστια λεωφόρος με φώτα που έπεφταν εκτυφλωτικά επάνω μου κι εγώ δεν μπορούσα να σταθώ πουθενά, αλλά έπρεπε. Τρία λεπτά μετά κρατούσα το ζεστό θερμόμετρο με το αποτέλεσμα στις παλάμες μου. Πήγα μόνη στο σαλόνι, κάθισα στη μεγάλη πολυθρόνα και δεν κουνήθηκα για το επόμενο μισάωρο. Ποτέ ξανά στη ζωή μου δεν έχω νιώσει τόσο έντονα πως έχω βγει από το σώμα μου και την θέση μου έχει πάρει κάποιος άλλος. Κάποιος διαφορετικός άνθρωπος για τον οποίο δεν γνωρίζω και πολλά.

Κάποιοι θα το αποκαλέσουν σύμπτωση. Άλλοι πληρωμένη απάντηση του χρόνου. Σε κάθε περίπτωση, είχε ανείπωτη πλάκα. Πώς εκείνο το βράδυ είχαμε από νωρίς κανονίσει να φάμε με τους γονείς μου . «Εγώ θα τους το πω,» αναφώνησε ενθουσιασμένος ο Μάνος στον δρόμο για το πατρικό μου, «Όσο σκέφτομαι την χαρά της μητέρας σου». Δεν είπα τίποτα, μόνο έβαλα το χέρι στην κοιλιά μου κι χαλάρωσα λιγάκι τη ζώνη μου. Καθ' όλη τη διάρκεια του φαγητού τον κοιτούσα με την άκρη του ματιού μου, έπιασα τον εαυτό μου να ανυπομονεί για την στιγμή της «μεγάλης » ανακοίνωσης, αδιαφορώντας πια για αυτό που θεωρούσα μέχρι πρότινος δεδομένο. Η μαμά μου θα γελούσε όχι μόνο από χαρά αλλά και από πονηρή δικαίωση. Που επιτέλους έφτασε η ώρα που θα δικαίωνα τα λόγια και τις προσδοκίες της. Κάποια στιγμή ο Μάνος έφυγε από την τραπεζαρία και για λίγη ώρα τον χάσαμε. Όταν επέστρεψε μιλούσαμε έντονα για έναν θείο μου που αγόρασε ένα περίπτερο, αλλά τελικά το περίπτερο ήταν χρεωμένο. «Δεν τα αφήνετε τώρα αυτά να έρθετε να πάρετε το δώρο σας,» είπε και ακούμπησε το ζεστό ακόμα από τα τσίσα θερμόμετρο πάνω στο τραπέζι. Στο τραπέζι που πριν από λίγη ώρα τρώγαμε. Οι δικοί μου έσκυψαν πάνω από το ασυνήθιστο αντικείμενο δίχως να καταλαβαίνουν. «Ετοιμαστείτε να αποκτήσετε εγγονάκι,» είπε τελικά, προσπαθώντας να γίνει περισσότερο σαφής. Έπειτα από αυτή τη δήλωση, όλα συνέβησαν υπερβολικά γρήγορα, μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Η μητέρα μου άρχισε να στηθοδέρνεται λες και δεν είχαμε χαρά, αλλά  νεκρό, επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά τη φράση: «Δεν το πιστεύω, δεν το πιστεύω». Μέσα στους εναγκαλισμούς και τα αναφιλητά της ξεχάσαμε ενταλώς την παρουσία του πατέρα μου. Μέχρι την στιγμή που μία φωνή από την άλλη άκρη του δωματίου είπε επιτακτικά: «Άννα, δεν αισθάνομαι καλά. Φέρε το πιεσόμετρο». 

TAGS