0
SHARES

Αν πάρεις την κόκκινη γραμμή του Μετρό, εκείνη που καταλήγει στη νότια πλευρά της πόλης και κατέβεις στον σταθμό Συγγρού Φιξ έχεις το Κουκάκι στα πόδια σου. Σε απόσταση βολής από την Ακρόπολη, τόσο κοντά και ταυτόχρονα τόσο μακριά από το κέντρο αυτή η γειτονιά διατηρεί στο ακέραιο κάτι που λείπει από άλλα, περισσότερο ίσως δημοφιλή, μέρη της Αθήνας. Έχει ταυτότητα και χαρακτήρα. Η αλλοτινή αστική ομορφιά μπλέκεται απολύτως φυσικά με τα σύγχρονα κτίρια της φαρδιάς λεωφόρου, τα μικρά στενά αποπνέουν τον φιλόξενο αέρα της συνοικίας και σε προκαλούν να χαθείς ανάμεσα τους προκειμένου να τα ανακαλύψεις. Κάπως έτσι αρχίζεις να κατανοείς καλύτερα γιατί άνθρωποι από οποιαδήποτε μεριά της πρωτεύουσας μπαίνουν στον κόπο να κλείσουν ραντεβού εδώ και αράζουν με τις ώρες στα ζεστά στέκια της περιοχής.

Ακριβώς ένα τέτοιο στέκι θα συναντήσει όποιος κατέβει με γρήγορα βήματα την οδό Φαλήρου, αυτά τα γνώριμα βήματα που κάνουμε όλοι μας όταν βιαζόμαστε να φτάσουμε κάπου ή όταν απλώς έχουμε υπερβολικά πολλά πράγματα στο μυαλό μας, τα πρωτευουσιάνικα βήματα που δένουν τόσο σωστά με το τοπίο ολόγυρα μας. Αν σταθείς όμως για μία στιγμή στο νούμερο 53 του συγκεκριμένου δρόμου θα δεις το σκίτσο ενός άντρα με μεγάλο μουστάκι και τεράστια γυαλιά να σε κοιτάζει από ψηλά, να σε καλεί να σπρώξεις την πόρτα της πλατιάς τζαμαρίας μπροστά σου.

«Όλοι με ρωτούν ποιος είναι ο κύριος που απεικονίζεται στην ταμπέλα του μαγαζιού,» λέει ο Ανδρέας Μαραγκός, εμπνευστής και αποκλειστικός υπεύθυνος πίσω από τη γέννηση του «Μπαμπά», ενός από τα πιο πετυχημένα καφέ μπαρ που θα συναντήσεις στην περιπλάνηση σου στο Κουκάκι. «Η αλήθεια είναι ότι δεν είναι κανένας συγκεκριμένα. Απλώς ο «μπαμπάς» είναι κάποιος που στο μυαλό των ανθρώπων εμπνέει πάντα σιγουριά, σταθερότητα, ασφάλεια κι αυτά είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά θα ήθελα να εμπνέει ο χώρος που έφτιαξα. Δεν είναι ένα μόνο πρόσωπο λοιπόν αλλά όλα αυτά που ήθελα να δώσω στο κοινό κάνοντας αυτή την επιχειρηματική κίνηση. 

Καθισμένος κάτω από τα μοντέρνα φώτα και την πρωτότυπη, ξύλινη κατασκευή των «Blues Brothers» που δεσπόζει στον κεντρικό τοίχο του μαγαζιού θα μου λύσει άλλη μία απορία. Γιατί Αθήνα και όχι επαρχία, παρόλο που ο ίδιος κατάγεται από την επαρχία; «Μεγάλωσα την Κω και εκεί ήταν που έκανα και τα πρώτα μου βήματα στον χώρο της εστίασης. Πολλοί αναρωτιούνται γιατί προτίμησα να κάνω μία επαγγελματική κίνηση στην Αθήνα κι όχι εκεί, δεδομένης την μεγάλη τουριστική κίνηση του νησιού. Η απάντηση είναι απλή. Ήθελα να ασχοληθώ με κάτι το οποίο θα μπορεί να παράγει όλο το χρόνο και όχι μόνο την καλοκαιρινή σεζόν. Πάντως δεν θα απέκλεια στο μέλλον μία επαγγελματική κίνηση και εκεί».

Όπως είναι λογικό ουδείς πιο κατάλληλος κριτής αθηναϊκών μαγαζιών εστίασης από κάποιον που δουλεύει ο ίδιος το δικό του αντίστοιχο μαγαζί. Κοινώς αν δικαιούται κάποιος να ομιλεί αυτός δεν είναι κάποιος απλός θαμώνας αλλά κάποιος που ξέρει τι θα πει να περνάς το ζόρι και την αγωνία των υποχρεώσεων που φέρνει μαζί της μία τέτοια επένδυση. «Προσωπικά μπορεί να με ενοχλήσουν διάφορα πράγματα όταν πηγαίνω ως πελάτης σε άλλα μαγαζιά όμως, από την άλλη, καταλαβαίνω ότι όταν η κρίση μαστίζει όλο και πιο πολύ το χώρο μας, τα μαγαζιά δεν μπορούν να λειτουργήσουν όπως πιθανόν θα ήθελαν. Απλούστατα αναγκάζονται να ρίξουν τις παροχές τους, αποφεύγοντας να επενδύσουν σε νέες ιδέες. Παρόλα αυτά κάτι που είναι σίγουρα πολύ εκνευριστικό είναι το μουτρωμένο προσωπικό και οι μικρές μερίδες στα πιάτα». Δεν μπορεί κάποιος να πει ότι δεν είναι ειλικρινής. Αν υπάρχει κάτι που θα πιάσεις να ίπταται στον αέρα όταν βολευτείς στο κάθισμα σου στον Μπαμπά, τότε αυτό είναι το εξής: δεν υπάρχει κανένας άνθρωπος που δουλεύει εκεί και που μοιάζει να βαριέται αυτό που κάνει. 

«Το ζήτημα είναι πως εγώ μεγάλωσα σε μία εποχή στην οποία τα περισσότερα μαγαζιά ήταν εντελώς απρόσωπα και ακολουθούσαν ένα συγκεκριμένο μοντέλο λειτουργίας. Και ονειρεύτηκα να φτιάξω το αντίθετο αυτού. Ένα χώρο που θα νιώθει ο καθένας άνετα, έχοντας το maximum της εξυπηρέτησης. Θα χαιρόμουν βέβαια πολύ να ξέρω ότι εκτός από το ωραίο κλίμα που επικρατεί στον χώρο μας ο πελάτης ταυτίζει το μαγαζί και με κάτι ακόμα. Την καλή ποιότητα στα προϊόντα που σερβίρουμε. Αυτό είναι για μένα πραγματικά πολύ σημαντικό».

Με αυτό το μέρος δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείς να ταυτίσεις περισσότερο από το ζεστό ξύλο των επίπλων του και τον πραγματικά τεράστιο κατάλογο με τις μπύρες από κάθε γωνιά της Ελλάδας. Ναι, είναι τόσες πολλές που χάνεσαι και ζητάς καθοδήγηση σχετικά με τα συστατικά, ο Ανδρέας δείχνει να ξέρει καλά προς τα που να σε κατευθύνει παρά το «χάος» των επιλογών. Σκέφτομαι πως ακόμα και ο James Joyce δεν θα έβρισκε χρόνο να τις δοκιμάσει όλες, την κάθε μία ξεχωριστά και του το λέω. Γελάει ενώ προσπαθεί να μου εξηγήσει καλύτερα την μεγάλη αδυναμία που έχει ο ίδιος στο συγκεκριμένο ποτό. «Είμαι λάτρης της μπύρας και όσο περισσότερο ψάχνεσαι με αυτό το ποτό, ανακαλύπτεις διαφορά ωραία πράγματα. Ωραίες γεύσης, ξεχωριστές ζυμώσεις, ιστορίες που κρύβονται πίσω από κάθε ετικέτα, αλλά και φίλους. Μόλις ανοίξεις ένα μπουκάλι μιας μικρής ζυθοποιίας ξεκινάει ένα διαφορετικό ταξίδι που κρύβει μέσα όλα τα παραπάνω. Πως θα ήταν δυνατόν να μην είμαι και εγώ μέρος αυτού του ταξιδιού;», αυτή τη φορά ρωτάει αυτός εμένα.

Eδώ πάντως δεν θα έρθεις μόνο για να τα πιεις υπό τους απολαυστικές μελωδίες που φτάνουν στα αυτιά σου από τα ηχεία του στοργικού «Μπαμπά». Πράγματι το μαγαζί έχει εξαιρετική αισθητική όσο αναφορά στα μουσικά του ακούσματα και τα κρύα φθινοπωρικά και χειμωνιάτικα βράδια του Σαββατοκύριακου μέσα θα έλεγες πως στήνεται ένα μοναδικά φιλόξενο πάρτυ. Για τους λάτρεις όμως των καλώς γεύσεων μάλλον άλλο είναι το φλέγον ζήτημα. Ζουμερά κρεατοφαγικά πιάτα, από λαχταριστά μπριζολάκια μέχρι χορταστικά burger και από δροσερές σαλάτες μέχρι απίθανες μακαρονάδες, όλα τα έχει το μενού του Μπαμπά και το καλύτερο κομμάτι του μοιάζει να είναι ότι αυτές τις μέρες βρίσκεται σε περίοδο απόλυτης ανανέωσης. «Είμαστε σε διαδικασία αλλαγής καταλόγου και ελπίζω ότι εκεί θα βρίσκεται και το πιο αγαπημένο μου πιάτο σε όλο το μενού, πιστεύω ότι είναι στη διαδρομή ότι δεν το έχω δοκιμάσει ακόμα,» λέει χαριτολογώντας ο Ανδρέας για το νέο του εγχείρημα και συνεχίζει «Ό,τι είναι να γίνει πάντως σίγουρα γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή στο κομμάτι της επιλογής των υλικών μαζί πάντα με τους ανθρώπους που εργάζονται στην κουζινά. Ακούμε βέβαια και τους πελάτες και τις προτάσεις που έχουν για τα όσα θα μπορούσαμε να προσθέσουμε». 

Δεν είναι όμως οι αλλαγές στο μενού οι νέες προσθήκες που έρχονται στο στέκι του Κουκακίου με την έναρξη της φθινοπωρινής σεζόν, αφού εδώ φαίνεται πως η επιτυχία συνδύεται στενά με την έννοια της ανανέωσης κι αυτή με τη σειρά της με την επιτυχία. «Οι ιδέες για μένα είναι κάτι που δεν σταματάει ποτέ. Παράλληλα με το νέο κατάλογο φαγητού, ετοιμάζουμε τη νέα μας beer list με μπύρες από όλη την Ελλάδα άλλα και με ξένες μικροζοθοποίιες, ενώ είμαστε έτοιμοι να ξεκινήσουμε κάποιο απόγευμα το apperitivo μας με low alcohol cocktail και free μπουφέ. Μία ιδέα που είχε ξεκινήσει πέρσι με μεγάλη επιτυχία.Κατά τα άλλα η λέξη που μας χαρακτηρίζει φέτος είναι η λέξη guest. Mάγειρες, ζαχαροπλάστες, barmen, disc jockey, ξεχωριστά βαρέλια μπύρας. Όλα αυτά σε σύντομες guest εμφανίσεις».

Με αυτά τα λόγια και με τη νέα σεζόν κατά νου, ρίχνω μία σκαναριστή ματιά τριγύρω. Συνειδητοποιώ ότι οι μέρες έχουν γίνει απειλητικά μικρότερες και πως πλησιάζει η φθινοπωρινή ισημερία. Αν οι παρέες και τα στέκια είναι αυτά που σε βοηθούν να βγεις αλώβητος μέσα από έναν δύστροπο χειμώνα, νομίζω ότι καταλαβαίνω γιατί αυτό το στέκι έχει εξελιχθεί σε τόσο αγαπημένο σημείο αναφοράς στην περιοχή. «Μπαμπάς» σημαίνει στοργή, σημαίνει ασφάλεια και έτσι όπως η γυάλινη πόρτα του μαγαζιού κλείνει πίσω σου και οι θόρυβοι του δρόμου μπαίνουν ξαφνικά στο mute ξέρεις που βρίσκεται το χρυσό κουμπί που έστω και για λίγο παγώνει το χρόνο.

Ο Μπαμπάς

Φαλήρου 53, Κουκάκι
Athens, Greece 11741

21 5550 5565

https://www.facebook.com/ompampaskafeteriampara/

TAGS